Άκαρπη αποβαίνει ακόμα μια προσπάθεια για να προχωρήσουν οι αναγκαίες αλλαγές για την αναχαίτιση της κλιματικής αλλαγής. Συγκεκριμένα, ο τελευταίος γύρος των διαπραγματεύσεων του ΟΗΕ για το κλίμα κατέληξε σε αδιέξοδο το βράδυ της Πέμπτης στη Βόνη της Γερμανίας.
Αυτές ήταν οι πρώτες διαπραγματεύσεις του ΟΗΕ για το κλίμα μετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία. Ταυτόχρονα, ήταν οι πρώτες συνομιλίες μετά τη σύνοδο κορυφής COP στη Γλασκόβη τον περασμένο Νοέμβριο που ολοκληρώθηκε ουσιαστικά άκαρπη, με τις χώρες να δεσμεύονται μόνο να συνεδριάσουν ξανά, με ενισχυμένες δεσμεύσεις για τη μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου. Η COP26 της Γλασκόβης απέτυχε να καταλήξει σε μια συμφωνία που να περιορίζει δραστικά την άνοδο της θερμοκρασίας του πλανήτη, με τις πλούσιες χώρες να αρνούνται να αναλάβουν τις ευθύνες τους.
Οι συνομιλίες της Βόνης διεξήχθησαν εν μέσω υποκριτικών ισχυρισμών αλλά και κατηγοριών, πως οι χώρες της Ευρώπης επιχειρούν να εκμεταλλευτούν τα αποθέματα ορυκτών καυσίμων του αναπτυσσόμενου κόσμου, ενώ την ίδια στιγμή δεν τις βοηθούν να αντιμετωπίσουν την κλιματική κρίση. Ειδικότερα, ορισμένα κράτη μέλη της Ε.Ε., συμπεριλαμβανομένης της Γερμανίας, σχεδιάζουν να επεκτείνουν τις εισαγωγές ορυκτών καυσίμων για να αντικαταστήσουν τις τεράστιες ποσότητες φυσικού αερίου που αγοράζει αυτή τη στιγμή από τη Μόσχα η Ευρώπη, η οποία ουσιαστικά τροφοδοτεί την πολεμική μηχανή του προέδρου της Ρωσίας Βλαντίμιρ Πούτιν.
Παράλληλα, λίγες ήταν οι χώρες που εκπόνησαν σχέδια για αυστηρότερες περικοπές εκπομπών, όπως υποσχέθηκαν τον Νοέμβριο στη Γλασκόβη, ενώ απουσίασαν ξανά η χρηματοδότηση και η βοήθεια προς τις φτωχές χώρες, προκειμένου αυτές να προσαρμοστούν στις επιπτώσεις της κλιματικής κατάρρευσης.
Υπενθυμίζεται ότι ο τρόπος με τον οποίο οι χώρες επιλέγουν να αντιδράσουν στον πόλεμο στην Ουκρανία και στις ραγδαίες τιμές της ενέργειας –ενισχύοντας τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και βελτιώνοντας την ενεργειακή απόδοση, όπως έχει συμβουλεύσει ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας, ή αναζητώντας νέες πηγές ορυκτών καυσίμων– θα είναι καθοριστικός για τον καθορισμό του αν η ανθρωπότητα θα μπορέσει να αγγίξει τον στόχο για μείωση της υπερθέρμανσης του πλανήτη κατά 1,5 βαθμό Κελσίου.
