ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Ιωάννα Σωτήρχου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ο Darrin Zammit Lupi, τις τελευταίες δεκαετίες, έχει ταξιδέψει σε όλο τον κόσμο, έχει καλύψει πολέμους και συγκρούσεις, προσφυγικές κρίσεις, φυσικές καταστροφές. Κατάγεται από τη Μάλτα, είναι μόνιμος συνεργάτης του διεθνούς ειδησεογραφικού πρακτορείου Reuters από το 1997 και έχει δει τα θέματά του να δημοσιεύονται στα σπουδαιότερα έντυπα όλου του κόσμου.

Ομως, το θέμα για το οποίο πήρε πέρσι το διεθνές βραβείο φωτορεπορτάζ «Γιάννης Μπεχράκης» είναι το πιο δύσκολο που μπορεί να φανταστεί κάποιος, όχι μόνο για έναν φωτορεπόρτερ αλλά για κάθε άνθρωπο. Για κάθε γονιό. Τίτλος της, «Η πρώτη φωτογραφία που τράβηξα ποτέ την κόρη μου και η τελευταία». Ο τίτλος τα λέει όλα. Και τι να ρωτήσεις μετά; Πώς έβγαλε πέρα ένα τέτοιο θέμα; Πώς άντεξε; Τολμήσαμε να του ζητήσουμε να μοιραστεί μαζί μας την ιστορία του, την πορεία της, τις σκέψεις και τα συναισθήματά του…

«Τράβηξα την πρώτη φωτογραφία της κόρης μου, της Rebecca, λίγα λεπτά μετά τη γέννησή της, στις 3 Αυγούστου του 2005. Λίγο περισσότερο από 15 χρόνια αργότερα, τράβηξα την τελευταία φωτογραφία της κόρης μου, λίγα λεπτά αφότου πέθανε, από καρκίνο, στις 3 Ιανουαρίου του 2021. Είμαι φωτορεπόρτερ. Ηταν φυσικό για μένα να καταγράφω σχεδόν την κάθε στιγμή της όμορφης ζωής της Becs, όπως τη φωνάζαμε εγώ και η σύζυγός μου, Marisa. Οπως όταν ήταν δύο ετών και το πρόσωπό της έμοιαζε να λάμπει από ένα εσωτερικό φως. Δύσκολη, πολύ πιο δύσκολη, ήταν η καταγραφή της ασθένειας και του θανάτου της από μια σπάνια και εξαιρετικά επιθετική μορφή καρκίνου των οστών», λέει, κάνοντας την περίληψη του θέματος των φωτογραφιών που μπορεί να δει κανείς στην έκθεση στο πολιτιστικό κέντρο Μελίνα Μερκούρη, έως τις 19 Ιουνίου, στιγμιότυπων που αποτελούν μια καταγραφή της χαμένης μάχης κατά του καρκίνου που έδωσε η έφηβη κόρη του.

Ωστόσο δεν ήξεραν από την αρχή ότι θα κατέληγε έτσι:

«Η ιδέα για το έργο προέκυψε κατά την έναρξη του lockdown για τον COVID, τον Μάρτιο του 2020. Η αρχική ιδέα ήταν πολύ διαφορετική από την εξέλιξή της. Εκείνη την εποχή, η κόρη μου η Ρεβέκκα έκανε θεραπεία για τον καρκίνο της κι εγώ αναγκάστηκα να μείνω απ’ έξω, καθώς αυτή και η σύζυγός μου κλείστηκαν στο νοσοκομείο. Η αρχική ιδέα ήταν να τεκμηριώσουμε την απομόνωσή μας…

Οταν ύστερα από σχεδόν δύο μήνες μού επιτράπηκε, επιτέλους, να επιστρέψω στο νοσοκομείο, αντικαθιστώντας τη σύζυγό μου που επέστρεψε σπίτι, άρχισα να τεκμηριώνω με ακρίβεια τι περνούσε, φυσικά με την πλήρη συνεργασία της, καθώς και την άδεια από τις αρχές του νοσοκομείου. Κρατούσα, επίσης, ένα γραπτό ημερολόγιο, το οποίο έγινε η βάση για την ιστορία που δημοσίευσε, τελικά, το Reuters. Το πρώτο μέρος ολοκληρώθηκε και δημοσιεύτηκε μόλις η Becs είχε ολοκληρώσει την ακτινοθεραπεία και τη χημειοθεραπεία της και μπόρεσε να γυρίσει σπίτι τον Ιούλιο του 2020 και να γιορτάσει τα δέκατα πέμπτα γενέθλιά της, αφού είχε παραμείνει στο νοσοκομείο για περισσότερους από τέσσερις μήνες».

«Οταν ήμουν πια ανήμπορος παρατηρητής, έβγαζα φωτογραφίες»

Οχι μόνο ήλπιζαν, αλλά «η Μπεκς είχε ενεργή συμμετοχή στην παραγωγή της ιστορίας, βοηθώντας στη διατύπωση των τεχνικών και ιατρικών θεμάτων, διορθώνοντας όσα είχα γράψει, κάνοντας προτάσεις για το ποιες φωτογραφίες να χρησιμοποιήσω. Καθ’ όλη τη διάρκεια αυτής της περιόδου, είχε την επιλογή και το δικαίωμα να αλλάξει γνώμη και «να τραβήξει την πρίζα» για την ιστορία μέχρι την ημέρα της δημοσίευσης. Αλλά ήθελε πολύ να ειπωθεί η ιστορία της, κατανοούσε τη δύναμη των μέσων ενημέρωσης. Εκείνη τη στιγμή, πιστεύαμε ότι επρόκειτο να αναρρώσει. Ακόμη και όταν άρχισε να αισθάνεται ξανά αδιαθεσία, γύρω στα τέλη Αυγούστου, αισθανθήκαμε ότι επρόκειτο για κάτι προσωρινό…».

Ηταν στα τέλη Σεπτεμβρίου, τη μέρα που δημοσιεύθηκε η ιστορία της από το πρακτορείο Ρόιτερς, που επανεισήχθη στο νοσοκομείο: «Η Μπεκς, εξαιτίας των πολύ θερμών σχολίων και της φοβερής υποστήριξης που ακολούθησε τη δημοσίευση του κομματιού, ένιωσε εξαιρετικά ενδυναμωμένη και μπορούσε να δει ότι η ιστορία της βοηθούσε πολλούς ανθρώπους σε όλο τον κόσμο. Ετσι, μαζί, αποφασίσαμε να συνεχίσω να καταγράφω την εμπειρία της.

Ποτέ δεν φανταζόμασταν τότε ότι η ιστορία θα τελείωνε τόσο σύντομα και τόσο τραγικά. Καθώς η κατάστασή της χειροτέρευε, και ειδικά από τη στιγμή που άρχισα να καταλαβαίνω ότι πραγματικά δεν υπήρχε ελπίδα, η τεκμηρίωση της εμπειρίας μας λειτούργησε για μένα και σαν ένα είδος μηχανισμού για την αντιμετώπισή του… Φυσικά, δεν μπορούσα να αποστασιοποιηθώ από τα πράγματα με τον τρόπο που είχα συνηθίσει να κάνω στις άλλες δουλειές μου, αλλά μου έδωσε κάτι στο οποίο μπορούσα να εστιάσω. Φυσικά, η λήψη φωτογραφιών ερχόταν πάντα σε δεύτερη θέση, είχα να τη βοηθήσω, να την παρηγορήσω, να φροντίσω κάθε ανάγκη της, αλλά, όταν δεν μπορούσα παρά να είμαι ανήμπορος παρατηρητής, τότε έβγαζα φωτογραφίες, ενώ πάντα σεβόμουν πλήρως την αξιοπρέπειά της. Υπάρχουν πολλά που δεν έχω δείξει στις φωτογραφίες και δεν μετανιώνω γι’ αυτό…

Αφού πέθανε, μου πήρε πολύ χρόνο για να συνθέσω το σύνολο της δουλειάς και να γράψω την ιστορία που τελικά δημοσιεύτηκε ως “Η πρώτη φωτογραφία που τράβηξα ποτέ την κόρης μου και η τελευταία” (σ.σ. η οποία αποτέλεσε τον πυρήνα του έργου που τιμήθηκε με το Διεθνές Βραβείο Φωτορεπορτάζ «Γιάννης Μπεχράκης»). Δεν ήμουν σίγουρος αν είχα τη δύναμη να το αντιμετωπίσω. Αλλά αισθάνθηκα, επίσης, ότι το χρωστάω στην Μπεκς και, αν κρίνω από τη συντριπτική ανταπόκριση μόλις δημοσιεύτηκε, πάνω από τέσσερις μήνες αφότου τη χάσαμε, ξέρω ότι ήταν το σωστό…».

Εμείς δεν έχουμε το κουράγιο να δημοσιεύσουμε την πρώτη και τελευταία φωτογραφία της Μπεκς. Αυτές μπορείτε να τις ανακαλύψετε στο Πολιτιστικό Κέντρο Δήμου Αθηναίων Μελίνα (Ηρακλειδών 66α και Θεσσαλονίκης), μέχρι τις 19 Ιουνίου οπότε και θα εκτίθενται τα έργα. Ωρες λειτουργίας: Τρίτη έως Σάββατο 10.00-20.00 και Κυριακή 10.00-14.00. Είσοδος ελεύθερη.