Πριν από δέκα μέρες, στις 16 Μαΐου, ο Σαλβαδόρ Ράμος έκλεισε τα 18 του χρόνια. Είχε παρατήσει εδώ και μήνες το Λύκειο και δούλευε σε ένα φαστφουντάδικο, χωρίς να δίνει δικαιώματα – το μόνο που τον ενδιέφερε ήταν να παίρνει τον μισθό του. Και μόλις μάζεψε αρκετά, περίπου πέντε χιλιάδες δολάρια, έκανε δώρο στον ενήλικο πλέον εαυτό του όχι ένα, αλλά δύο πολεμικά τουφέκια AR-15, που είναι διαβόητες «πολιτικές» εκδοχές του στρατιωτικού τυφεκίου εφόδου M-16, και 375 σφαίρες. Τα παρήγγειλε online, νομίμως, με διαφορά τριών ημερών, στην Daniel Defense, μια αλυσίδα «αμυντικών ειδών» σε άλλη Πολιτεία, και τα παρέλαβε σε ένα κοντινό υποκατάστημα.
Ηταν παράξενο παιδί ο Σαλβαδόρ, αδύνατος, μοναχικός, αμίλητος, κάπως απροσάρμοστος – συνήθως ήσυχος, αλλά με ξαφνικές εκρήξεις θυμού. Η οικογένειά του δεν είχε χρήματα, συχνά φορούσε φτηνά και παλιοκαιρισμένα ρούχα και τα άλλα παιδιά τού έκαναν συνέχεια μπούλινγκ για τη φτώχεια του – ιδίως από τότε που ως έφηβος άρχισε να βάζει αϊ-λάινερ στα μάτια του, με αποτέλεσμα να τον αποκαλούν «μαρικόν» (ομοφυλόφιλο). Είχε κι ένα μικρό τραύλισμα και δεν έβγαινε συχνά από το δωμάτιό του, όπου έβρισκε διέξοδο παίζοντας ολημερίς βίαια πολεμικά βιντεοπαιχνίδια, όπως το Call of Duty – αλλά ακόμη και οι online συμπαίκτες του δεν τον πολυσυμπαθούσαν.
Αυτή είναι η Αμερική το 2022 – ένα παιδί δεν μπορεί να πιει αλκοόλ πριν από τα 21, αλλά μπορεί στα 18 του να αποκτήσει ένα πολεμικό τουφέκι και αρκετές σφαίρες για να αιματοκυλήσει μια μικρή πόλη. Σαν τη δική του – το Ουλβέδο του Τέξας, κοντά στο Σαν Αντόνιο και όχι μακριά από τα σύνορα με το Μεξικό, όπου η συντριπτική πλειονότητα των 16.000 κατοίκων είναι ισπανόφωνοι.
Πράγματι, λίγο μετά το μεσημέρι, αφού έστειλε μερικά περίεργα μηνύματα στο Facebook και στο Ιnstagram σε ένα άγνωστό του κορίτσι στο Λος Αντζελες, ο Ράμος επέστρεψε στο παλιό του σπίτι, μάλωσε για τελευταία φορά με την ναρκομανή μητέρα του –με την οποία είχε συνεχείς καβγάδες και συχνά τον έδιωχνε– και μετά πήγε οπλισμένος στο σπίτι της γιαγιάς του, όπου ζούσε τους τελευταίους μήνες. Την πυροβόλησε στο κεφάλι, χωρίς να τη σκοτώσει –η 66χρονη γυναίκα χαροπαλεύει στο νοσοκομείο–, έκλεψε το φορτηγάκι της και οδήγησε ώς το κοντινότερο Δημοτικό Σχολείο, το Robb Elementary, όπου γινόταν γιορτή για το τέλος της σχολικής χρονιάς.
Εκεί, άγνωστο γιατί, και αφού αντάλλαξε πυρά με δύο αστυνομικούς που δεν κατάφεραν να τον σταματήσουν, μπήκε σε μια τάξη γεμάτη δεκάχρονα παιδάκια και σκότωσε εν ψυχρώ 19 από αυτά και τις δύο δασκάλες τους, προτού σκοτωθεί και ο ίδιος από έναν βαριά οπλισμένο άνδρα των ειδικών δυνάμεων της συνοροφυλακής (η διαβόητη μονάδα BORTAC που έχει κατηγορηθεί για φόνους και βασανισμούς διακινητών και παράτυπων μεταναστών), που έσπευσε στο σημείο. Ετσι απλά, μπήκε στην τάξη και ανακοίνωσε στα παιδιά ότι «σήμερα θα πεθάνετε». Αλλα 14 παιδιά νοσηλεύονται τραυματισμένα, εκ των οποίων δύο σε κρίσιμη κατάσταση.
Είναι άγνωστο πόσα ακόμη ανήλικα θα είχε σκοτώσει το παιδί-φονιάς, αν δεν βρισκόταν ο συνοροφύλακας, που κι αυτός τραυματίστηκε: η αστυνομία βρήκε αρκετούς γεμιστήρες σε διάφορα σημεία του σχολείου, όπου εκείνη την ώρα βρίσκονταν περίπου 600 μαθητές και 70 εκπαιδευτικοί και διοικητικοί. Μάζεψαν ακόμη ένα σακίδιο με γεμιστήρες στο εγκαταλειμμένο αυτοκίνητο, όπου εντοπίστηκε αχρησιμοποίητο το δεύτερο όπλο. Κάποιες πηγές λένε πως ο Ράμος φορούσε αλεξίσφαιρο γιλέκο, από το οποίο όμως έλειπαν οι μεταλλικές πλάκες, δείγμα ότι είχε αποφασίσει να πεθάνει σε μάχη με τους αστυνομικούς – αλλά αυτό δεν έχει εξακριβωθεί.
Οπως αποτελεί πλέον παράδοση στις ΗΠΑ, αμέσως μετά το νέο μακελειό –το πιο φονικό που σημειώνεται σε Δημοτικό Σχολείο μετά τη μαζική δολοφονία στο Σάντι Χουκ του Κονέκτικατ πριν από δέκα χρόνια, με τα 20 νεκρά παιδιά και τους 26 συνολικά νεκρούς– η πολιτική ηγεσία της χώρας έσπευσε να χύσει ποτάμι τα γνωστά σε όλους κροκοδείλια δάκρυα, οι μεν Δημοκρατικοί για την ανάγκη περιορισμού της οπλοκατοχής, οι δε Ρεπουμπλικανοί για την ανάγκη αύξησης της αστυνόμευσης και της… οπλοκατοχής των εκπαιδευτικών στα σχολεία!
Οπως ακριβώς είχε κάνει και πριν από δύο εβδομάδες, με τον νεοναζί 18χρονο, θαυμαστή του Μπρέιβικ και του ουκρανικού Τάγματος Αζόφ, κατά συρροή δολοφόνο του Μπάφαλο που σκότωσε δέκα σε ένα σουπερμάρκετ στην άλλη άκρη της χώρας, ο πρόεδρος Τζο Μπάιντεν δήλωσε ότι «έχει σιχαθεί» την επανάληψη των ίδιων ατέρμονων συζητήσεων για την οπλοκατοχή και ότι πρέπει επιτέλους «να βρούμε τη δύναμη σαν έθνος να τα βάλουμε με το λόμπι των όπλων… «Οταν απαγορεύσαμε την πώληση πολεμικών όπλων, οι μαζικές δολοφονίες μειώθηκαν, και όταν ο νόμος εξέπνευσε, οι μαζικές δολοφονίες τριπλασιάστηκαν πάλι. Γιατί σε τι άλλο μπορεί να σου χρειαστεί ένα πολεμικό όπλο, αν όχι για να σκοτώσεις ανθρώπους;». Και διέταξε οι σημαίες στον Λευκό Οίκο να (ξανα-)κυματίσουν μεσίστιες…
Παραμύθια: Καμιά κυβέρνηση, ακόμη κι εκείνη του Ομπάμα, που κάπως προσπάθησε, δεν τα έβαλε συστηματικά και αποφασιστικά με το National Rifle Association και τα άλλα πλοκάμια του πανίσχυρου λόμπι των οπλοκατασκευαστών. Και βέβαια ορισμένες ελεγχόμενες από τους Ρεπουμπλικανούς Πολιτείες, όπως το Τέξας, έχουν εξελιχθεί σε «οχυρά» τoυ ΝRA: δεν είναι τυχαίο ότι το ετήσιο συνέδριο των φανατικών της οπλοκατοχής ξεκινά στο Χιούστον, μερικές εκατοντάδες χιλιόμετρα βορειότερα, με κεντρικούς ομιλητές τον κυβερνήτη Γκρεγκ Αμποτ, τον γερουσιαστή Τεντ Κρουζ και φυσικά τον πρώην πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ!
Αμποτ και Κρουζ έδωσαν χτες και μια πρόγευση των όσων θα υποστηρίξουν στο συνέδριο του αίσχους, τονίζοντας πως το συνταγματικό δικαίωμα της οπλοκατοχής είναι «αδιαπραγμάτευτο» και ότι η μόνη λύση είναι η ανάπτυξη ένοπλων φρουρών σε όλα τα σχολεία. Και ο Κεν Πάξτον, ο γενικός εισαγγελέας –κάτι σαν πολιτειακός υπουργός Δικαιοσύνης του Τέξας– είπε ότι περισσότεροι δάσκαλοι πρέπει να αρχίσουν να οπλοφορούν και να εκπαιδεύονται ώστε «να σκληρύνουμε τα σχολεία» και να αντιμετωπίσουμε τους «κακούς ανθρώπους», αφού ως γνωστόν τα αυτόματα όπλα δεν σκοτώνουν από μόνα τους!
