Μέσα σε ενάμιση μηνά η Αριστερά στη Γαλλία, ετερόκλητη, πολυδιασπασμένη και ως εκ τούτου με μειωμένη αξιοπιστία κυβερνητικής διαχείρισης, υπό την ηγεσία του Μελανσόν ψαλίδισε την παντοδυναμία του Μακρόν και ήδη θεωρείται κυβερνητική πλειοψηφία σε αναμονή.
Η ατμόσφαιρα αλλά και οι μετεκλογικές πολιτικές ισορροπίες στη Γαλλία παραπέμπουν στην προεδρική εκλογή της άνοιξης του 1974 μετά τον θάνατο του Πομπιντού.
Τότε, ενάμιση χρόνο μετά την υπογραφή κοινού προγράμματος διακυβέρνησης από τους Κομμουνιστές, τους Σοσιαλιστές και τους Ριζοσπάστες της Αριστεράς, ο Μιτεράν πήρε στον δεύτερο γύρο 49,2% φτάνοντας σε απόσταση αναπνοής από τον νικητή των εκλογών Ζισκάρ ντ’ Εστέν.
Σήμερα, ό,τι τότε έγινε σε ενάμιση χρόνο έγινε σε έναν μήνα χωρίς καν να υπάρχει η ελκτική δύναμη ενός λεπτομερούς προγράμματος διακυβέρνησης.
Το σκηνικό «ή εγώ ή η Λεπέν», που ήταν βασικός συντελεστής της νίκης του Μακρόν και το 2017 και το 2022, δεν υπάρχει πια καθώς τη θέση του έχει πάρει ξανά ένα σκηνικό εναλλαγής σε αναμονή.
Το στοίχημα για τον εκλογικό συνασπισμό ΝUPES που συγκρότησε ο Μελανσόν είναι εκ των πραγμάτων διαφορετικό από αυτό που αντιμετώπιζαν οι δυνάμεις της Ριζοσπαστικής Αριστεράς στη Γαλλία τις τρεις τελευταίες δεκαετίες.
Η Αριστερά για τρεις και πλέον δεκαετίες στη Γαλλία αλλά και αλλού αντιμετωπίζει την απαξίωση της προγραμματικής-διαχειριστικής της ατζέντας ως ασύμβατης με τις επιταγές της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης και της παγκοσμιοποίησης.
Σήμερα ευρωπαϊκή ολοκλήρωση και παγκοσμιοποίηση δεν είναι πια μια άκαμπτη κανονικότητα που καθιστά γραφική την κοινωνική ατζέντα της Αριστεράς.
Τόσο η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση όσο και η παγκοσμιοποίηση βρίσκονται σε ένα βραχυκύκλωμα καθώς χωρίς τον στρατηγικό επαναπροσδιορισμό τους κινδυνεύουν να ξεπεραστούν από τα γεγονότα.
Οταν υπεγράφη το κοινό πρόγραμμα διακυβέρνησης της Γαλλίας τον Σεπτέμβριο του 1972, Κομμουνιστές, Σοσιαλιστές και Ριζοσπάστες της Αριστεράς διακήρυξαν ότι στόχος τους δεν είναι απλά η μεταρρύθμιση και η ανασύνθεση των κοινωνικοοικονομικών ισορροπιών, αλλά η ρήξη με τον καπιταλισμό.
Σήμερα η ρήξη με τη μόνιμη δημοσιονομική περιοριστική πολιτική, όπως αυτή διατυπώνεται από το Σύμφωνο Σταθερότητας, είναι όρος επιβίωσης της δυναμικής της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.
Ετσι η ρητορική ρήξης με το Σύμφωνο Σταθερότητας, μακράν του να μπορεί να χαρακτηριστεί ανεύθυνος λαϊκισμός, προβάλλει ως νέος ρεαλισμός.
Η υπό τον Μελανσόν Αριστερά που πριν από έναν χρόνο θα καταγγελλόταν ότι θέλει τη Γαλλία σαν Γαλατικό Χωριό, απροσάρμοστη στις σύγχρονες προκλήσεις, είναι εκ των πραγμάτων ως αξιόπιστη εναλλακτική πρόταση βαρύνουσα παράμετρος κοινωνικής και πολιτικής σταθεροποίησης.
