ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Γιώτα Τέσση
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

«Κύριε κατηγορούμενε, έχετε έρθει εδώ και προσπαθείτε να θυμηθείτε τι θέλετε να πείτε, όχι την αλήθεια. Κοιτάτε τον δικηγόρο σας συνέχεια. Με αυτόν τον τρόπο δεν βοηθάτε ούτε τον εαυτό σας ούτε τη Δικαιοσύνη».

Τα λόγια αυτά επαναλάμβανε χθες η πρόεδρος του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών που δικάζει σε β’ βαθμό τους δυο κατηγορούμενους για τον βιασμό και τη δολοφονία της φοιτήτριας Ελένη Τοπαλούδη τον Νοέμβριο του 2018 στη Ρόδο. Απευθυνόταν στον κατηγορούμενο Μανώλη Κούκουρα, ο οποίος κατά την απολογία του άλλοτε δεν καταλάβαινε τις ερωτήσεις, συχνά κοιτούσε τον δικηγόρο του, πολλές φορές απαντούσε «δεν θυμάμαι τίποτα, ό,τι θυμάμαι θα σας το λέω».

Η απολογία του κατηγορούμενου (που έχει δικαίωμα να ισχυριστεί ό,τι θέλει για να ελαφρύνει τη θέση του) ήταν εξόφθαλμα ψευδής. Ισχυρίστηκε ότι πήγαν βόλτα στο εξοχικό του με την Ελένη και τον συγκατηγορούμενό του, Αλέξανδρο Λούτσι, και «κάθισα στην καρότσα, τους πρόσεχα να μην κρυώσουν, να φάνε». Υστερα από επίμονες ερωτήσεις της έδρας θυμήθηκε ότι δεν έφαγαν γιατί το σουβλατζίδικο ήταν κλειστό και πήγαν στο εξοχικό του. Επέμενε να αρνείται την κατηγορία του βιασμού και ισχυρίστηκε ότι ξαφνικά είδε ότι ο Αλέξανδρος χτυπούσε την Ελένη. Εκείνος, όπως είπε, δεν έκανε τίποτα: δεν τη χτύπησε ούτε με μπουνιές ούτε με σίδερο, δεν τη μαχαίρωσε, δεν αποπειράθηκε να τη στραγγαλίσει.

Πρόεδρος: Ο συγκατηγορούμενός σας δεν θα μπορούσε να τα κάνει μόνος του όλα αυτά. Τι συμμετοχή είχατε;

Κατηγορούμενος: Καμία, απλώς έβλεπα.

Πρόεδρος: Μια κοπέλα μαρτύρησε στα χέρια σας, πέθανε βασανιστικά, αντιδρούσε.

Κατηγορούμενος: Δεν αντέδρασε καθόλου.

Πρόεδρος: Είναι δυνατόν να περίμενε να τη σκοτώσουν απαθής; Η κοπέλα πονούσε…

Αλλά ο Μανώλης Κούκουρας συνέχιζε λέγοντας ότι δεν έκανε το παραμικρό, ούτε έδωσε πειστικές απαντήσεις γιατί δεν φώναξε για βοήθεια τη γιαγιά του που ήταν στο κάτω σπίτι αφού, όπως λέει, διαφωνούσε με ό,τι γινόταν. Στο τέλος εξόργισε τους εφέτες και την εισαγγελέα ισχυριζόμενος ότι ο Αλέξανδρος μόνος του κουβάλησε την Ελένη και την πέταξε από τα βράχια. «Εγώ μόνο οδήγησα για να πάμε εκεί», είπε, αλλά δεν απαντούσε γιατί οδήγησε σε ένα απόκρημνο σκοτεινό σημείο που μόνο αυτός ήξερε ως ντόπιος.

Ο Λούτσι

Εντελώς διαφορετική ήταν η απολογία του Αλέξανδρου Λούτσι. Ζήτησε για ακόμη μία φορά συγγνώμη από τους γονείς της φοιτήτριας (που δεν ήταν στη δικαστική αίθουσα) και παραδέχτηκε ότι «και οι δυο κάναμε τη λάθος πράξη […] Καταστράφηκαν τρεις οικογένειες, πιο πολύ η οικογένεια της Ελένης, πάντα θα με βασανίζει αυτό που έγινε. Θέλω να δώσω ένα μήνυμα στα νέα παιδιά, να αγαπάνε και να σέβονται τις γυναίκες, εγώ τη ζωή μου την έχασα».

Και ο Λούτσι αρνήθηκε την κατηγορία του βιασμού. Ισχυρίστηκε ότι είχε ερωτική επαφή με τη φοιτήτρια, μετά επιχείρησε ο Κούκουρας αλλά δεν τα κατάφερε και εκνευρίστηκε. «Τον είδα αγριεμένο, άρχισε να τη χτυπάει». Είπε, επίσης, ότι στη συνέχεια αντέδρασε λάθος, «πήγα με το μέρος του φίλου μου, τον υποστήριζα, της κρατούσα τα χέρια όταν τη χτύπησε με το σίδερο, της έδωσα μια μπουνιά πιο πριν, έφερε τα μαχαίρια, μου έδωσε το ένα, αυτός της έκανε τις μαχαιριές […] Η Ελένη λιποθύμησε, είδα τα αίματα και πανικοβλήθηκα, του είπα να την πάμε στο νοσοκομείο. Μαζί την κατεβάσαμε, αλλά οδηγούσε για αλλού. Μου είπε “εγώ θα το τελειώσω, δεν μπαίνω φυλακή, δεν μας είδε κανείς”. Τον βοήθησα να τη μεταφέρουμε, μετά ο Μανώλης κατέβηκε και την έριξε από τα βράχια».