Για αρκετά χρόνια, τη συζήτηση για την Κλιματική Αλλαγή μονοπώλησε η μείωση των εκπομπών του άνθρακα. Συνδέθηκε με τη μείωση της θερμοκρασίας, τον στόχο της διατήρησης της στο 1,5° C, τέθηκαν συγκεκριμένοι στόχοι, σε μια διαδρομή από τη «Συμφωνία του Παρισιού για το Κλίμα» (2016) έως την «Ευρωπαϊκή Πράσινη Συμφωνία» (2019) για κλιματική ουδετερότητα έως το 2050. Και κυριάρχησαν στη συζήτηση οι επιπτώσεις εάν οι στόχοι δεν επιτευχθούν. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να τεθεί στο επίκεντρο της συζήτησης η επιβίωση της ανθρωπότητας και μάλιστα με μία ρητορική του φόβου και της απειλής, η οποία δεν βοήθησε και δεν προώθησε τα αναμενόμενα. Όμως, πέρα από αυτό, υπάρχουν μεγάλες διαφορές ανάμεσα στην επιβίωση και την ποιότητα ζωής και το δικαίωμα σε ένα ασφαλές και υγιές περιβάλλον για όλους. Ανάμεσα σε αυτές τις διαφορές αναπτύσσονται νέοι όροι με αμφίδρομες σχέσεις: η «Κλιματική Δικαιοσύνη» ως αποτέλεσμα της «Δίκαιης Μετάβασης» και της «Κλιματικής Ισότητας» και μέσω της «Κλιματικής Δικαιοσύνης» στην «Κλιματική Ασφάλεια». Τελικά, η «Κλιματική Δικαιοσύνη» απαιτεί να αντιμετωπίσουμε την Κλιματική Αλλαγή, καθώς δεν θα επηρεαστούν όλοι με τον ίδιο τρόπο και στον ίδιο βαθμό, ούτε συμμετέχουν όλοι με τον ίδιο τρόπο και στον ίδιο βαθμό, και η Κλιματική Αλλαγή απαιτεί να την αντιμετωπίσουμε με «Κλιματική Δικαιοσύνη».
Οι τεχνολογικές καινοτομίες που θα υιοθετηθούν, οι οικονομικές στρατηγικές που θα αναπτυχθούν για την «Πράσινη Οικονομία» και οι πολιτικές που θα εφαρμοστούν στο πλαίσιο της Κλιματικής Αλλαγής και της επίτευξης των στόχων της, οδηγούν αμετάκλητα σε μια βαθιά οικονομική και κοινωνική αλλαγή. Οι απαντήσεις στα ερωτήματα τα οποία συνδέονται με τη δίκαιη κατανομή των βαρών και των ωφελειών της κλιματικής αλλαγής, τις κοινωνικές πολιτικές που προχωρούν πέρα από την παροχή αποζημίωσης στους πληττόμενους, αλλά και άλλα μεγαλύτερα όπως η αλλαγή των σχέσεων των εθνικών κρατών με το παγκοσμιοποιημένο κεφάλαιο, η ρύθμιση των παγκόσμιων αλυσίδων παραγωγής, των εμπορικών συμφωνιών, του φορολογικού καθεστώτος, των εργασιακών δικαιωμάτων, θα επηρεάσουν έναν κόσμο που βρίσκεται ήδη σε σχέσεις βαθιάς ανισότητας, εκτεταμένης ευαλωτότητας και περιορισμού της απόλαυσης δικαιωμάτων.
Το «Να μη μείνει κανείς πίσω» (Leave No One Behind/LNOB) είναι ίσως από τις σημαντικότερες πρωτοβουλίες σήμερα στο πλαίσιο της ατζέντας για τη βιώσιμη ανάπτυξη 2030 και μία δέσμευση η οποία δεν μπορεί να απουσιάζει από τη συζήτηση για την Κλιματική Αλλαγή.
Με την έγκριση της ατζέντας του 2030 για τη βιώσιμη ανάπτυξη, 193 κράτη – μέλη των Ηνωμένων Εθνών δεσμεύτηκαν να διασφαλίσουν ότι «κανείς δεν θα μείνει πίσω». Οι άνθρωποι «μένουν πίσω» όταν τους λείπουν οι επιλογές και οι ευκαιρίες να συμμετέχουν και να επωφελούνται από την ανάπτυξη και την πρόοδο. Η ατζέντα του 2030 αναγνωρίζει ότι οι υψηλές και αυξανόμενες ανισότητες αποτελούν εμπόδιο όχι μόνο στην ανάπτυξη και ιδιαίτερα στην ανθρώπινη ανάπτυξη, αλλά και παραβίαση κοινών κανόνων, αξιών και της εγγενούς αίσθησης δικαιοσύνης. Έτσι, το LNOB επικεντρώνεται στις διακρίσεις και τις ανισότητες (συχνά πολλαπλές και διασταυρούμενες) που υπονομεύουν τη δράση των ανθρώπων ως κατόχων δικαιωμάτων. Πολλά από τα εμπόδια που αντιμετωπίζουν οι άνθρωποι στην πρόσβαση σε υπηρεσίες, πόρους και ίσες ευκαιρίες είναι αποτέλεσμα νόμων, πολιτικών και κοινωνικών πρακτικών, οι οποίες εισάγουν διακρίσεις που αφήνουν συγκεκριμένες ομάδες ανθρώπων όλο και περισσότερο «εκτός» ή «πίσω». Στο πλαίσιο αυτό, η δέσμευση ότι «κανείς δεν θα μείνει πίσω» επιτάσσει δράση για τον τερματισμό της ακραίας φτώχειας, τον περιορισμό των ανισοτήτων, την αντιμετώπιση του αποκλεισμού και των διακρίσεων και την ταχεία πρόοδο για αυτούς που υπολείπονται.
Αλλά και από την άλλη, εάν η Κλιματική Αλλαγή προσλαμβάνεται και συζητιέται ως «κλιματική κρίση» δηλ. μια Κατάσταση Έκτακτης Ανάγκης, τότε οδηγούμαστε εύκολα στο συμπέρασμα ότι δεν πρόκειται μόνο για μία περιβαλλοντική κρίση αλλά και για μία κοινωνική κρίση. Κι έτσι, το ζήτημα της Κλιματικής Δικαιοσύνης αναδεικνύεται σε μεγάλο και κρίσιμο. Και αυτό γιατί, ενώ η υπερθέρμανση του πλανήτη και η περιβαλλοντική υποβάθμιση μας επηρεάζουν όλους οι μειονεκτούσες χώρες, άνθρωποι και ομάδες αντιμετωπίζουν πολλαπλάσιες απειλές, καθώς οι διαταραχές που προκαλούνται από τις κρίσεις του κλίματος και της βιοποικιλότητας πλήττουν με μεγαλύτερη σφοδρότητα την πρόσβασή τους σε ένα ασφαλές περιβάλλον, βλάπτουν σε μεγαλύτερο βαθμό τις ευκαιρίες τους σε αξιοπρεπή μέσα διαβίωσης και υπονομεύουν τα κοινωνικά και οικονομικά τους δικαιώματα. Επιπλέον, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι, όσοι πληρώνουν σήμερα το βαρύτερο τίμημα των κλιματολογικών κρίσεων έχουν πολύ μικρότερο μερίδιο ευθύνης στη δημιουργία της υπάρχουσας κατάστασης, ενώ χώρες που συμβάλλουν σε μεγάλο βαθμό κατέχουν την πρόσβαση σε πόρους για να προσαρμοστούν στις επιδεινούμενες συνθήκες.
Σε όποιο λοιπόν πλαίσιο και αν συζητηθεί η Κλιματική Αλλαγή (μεταβατικό ή κρισιακό), η απαίτηση για μια «Δίκαιη Μετάβαση», ή για «Κλιματική Δικαιοσύνη» αποκτά δύο όψεις: από τη μία, απαιτεί την ανάπτυξη στρατηγικών πολιτικών για «Πράσινη Μετάβαση» (χωρίς άνθρακα) σε όλους τους τομείς παραγωγής (πρωτογενής, δευτερογενής, τριτογενής). Και από την άλλη, εφαρμογή με τρόπο ο οποίος να μειώνει τις αδικίες και τις ανισότητες, ιδιαίτερα για τις πλέον ευάλωτες ή υπό απειλή πληθυσμιακές ομάδες και να δημιουργεί συνθήκες για μία αξιοβίωτη ζωή για όλους. Με άλλα λόγια, η θεμελιώδης αλλαγή η οποία επιχειρείται στη σχέση του ανθρώπου με το φυσικό περιβάλλον πρέπει να συνοδεύεται και από μία εξίσου θεμελιώδη αλλαγή στις κοινωνικές σχέσεις. Επιπλέον, η αλλαγή αυτή δεν θα πρέπει να γίνει αντιληπτή ή να εφαρμοστεί ως μία πολιτική διορθωτικής παρέμβασης απέναντι στην αδυναμία ελέγχου και περιορισμού των παγκόσμιων αγορών· ούτε και ως μία πράξη συμπόνιας απέναντι στους αναξιοπαθούντες, η οποία προσβλέπει στην πρόσκαιρη ανακούφιση. Αλλά, ως μία στρατηγική τοποθέτηση η οποία λαμβάνει υπόψη τη φτώχεια, τη συστημική ανισότητα και την περιθωριοποίηση και: α) προσανατολίζεται στις ανθρώπινες ανάγκες, β) τη δημιουργία, την ανάπτυξη και τη διασφάλιση συνθηκών μιας αξιοπρεπούς ζωής για όλους και γ) στην κατανόηση, πλήρη συμμετοχή και ανάπτυξη των ικανοτήτων.
Μια δίκαιη μετάβαση μπορεί να βοηθήσει στην οικοδόμηση ενός καλύτερου κόσμου· και κυρίως με μία ρητορική ανθρώπινη, με αισιοδοξία και ελπίδα που θα παρακινεί και θα συνενώνει.
*Πρέσβειρα του Ευρωπαϊκού Κλιματικού Συμφώνου
