ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Τα αφηγήματα που επιχειρούν προσχηματικά και κατά περίπτωση να νομιμοποιούν, στο όνομα του διεθνούς δικαίου, την ένοπλη βία πολλαπλασιάζονται. Η αδίστακτη χειραγώγηση του διεθνούς δικαίου συνοδεύεται συνήθως από αβάσιμα ή και ψευδή αφηγήματα ως ελάχιστη νομιμοποιητική βάση. Ακόμα και οι πραγματικές συνθήκες παραβίασης ελευθεριών μειονοτικών εθνοτικών ομάδων δεν αντιμετωπίζονται με ισχυρή διπλωματία και όρους εξαντλητικής πίεσης ή και αποβολής από όργανα της διεθνούς κοινότητας κρατών που αρνούνται να υιοθετήσουν αρχές δημοκρατίας, αλλά εργαλειοποιούνται αιφνιδίως και σκανδαλωδώς με όρους γεωπολιτικής ισχύος. Η παγίδα έχει στηθεί, ώστε το κύρος του διεθνούς δικαίου να υποτάσσεται σε αξιώσεις δυνάμεων που επιχειρούν εκβιαστικά να παράξουν οι ίδιες δίκαιο με αυθαίρετες ερμηνείες που συμπορεύονται με τις ηγεμονικές τους επιδιώξεις. Το παράδοξο της παραβίασης και της ταυτόχρονης επίκλησης δικαίου επιχειρείται κυρίως στην ανταγωνιστική αρένα, ανάμεσα σε θέματα εθνικής ασφάλειας, προστασίας ανθρωπίνων δικαιωμάτων και εθνικής κυριαρχίας. Τα επιχειρήματα εδώ εναλλάσσονται ανάλογα με τους αναθεωρητικούς στόχους και το δόγμα άμυνας που αναπτύσσουν ηγεμονικές δυνάμεις.

Στο πλαίσιο αυτό, οι αποσχιστικές τάσεις και το πρόσχημα υπεράσπισης εθνοτικά απειλούμενων μειονοτήτων αποδεικνύεται ως το πιο ευαίσθητο θέμα από την άποψη του διεθνούς δικαίου. Από την άλλη, η επίκληση εθνικών συμφερόντων συμπαρασύρει παραπλανητικά την άρνηση παραχώρησης δικαιωμάτων και μια ψευδή αντιπαράθεση ανάμεσα στην εθνική κυριαρχία και στα ανθρώπινα δικαιώματα. Ο υπερεθνικισμός που γιγαντώνεται σε μια περίοδο από-παγκοσμιοποίησης διασπείρει τον φόβο απέναντι στη δημοκρατία, αποτρέποντας στην ουσία την εμπλοκή της διεθνούς κοινότητας σε εσωτερικές υποθέσεις κατάφωρης παραβίασης δημοκρατικών ελευθεριών, ενώ παράλληλα οδηγεί στη σταδιακή αδράνεια ως προς την εφαρμογή κανόνων του διεθνούς δικαίου. Η υπερίσχυση της εθνικής κυριαρχίας ως αντίσταση απέναντι στην «παγκοσμιοποίηση» συνδέθηκε καταχρηστικά με την άρση οποιασδήποτε λογοδοσίας απέναντι στη διεθνή κοινότητα, προσλαμβάνοντας τα ζητήματα εσωτερικής δημοκρατίας συχνά ως… απειλή για τα ίδια τα εθνικά συμφέροντα. Έτσι, για τις διαφορές ανάμεσα στα εθνικά κράτη, τον λόγο αποκτούν τα εθνικιστικά τάγματα και ακολουθεί η γεωπολιτική ισχύς.

Πρόκειται στην ουσία για την επαναφορά μιας συζήτησης που επικράτησε τη δεκαετία του ’90, η οποία απασχόλησε ιδιαίτερα και τον χώρο της Αριστεράς. Μια συζήτηση η οποία, ωστόσο, «πνίγηκε» μέσα στα αφηγήματα ηγεμονισμού και παγκοσμιοποίησης και της επέμβασης του ΝΑΤΟ στη Γιουγκοσλαβία. Στο επίκεντρο είχε βρεθεί η πρόταση του Habermas περί αναγκαιότητας μετάβασης από το κλασικό διεθνές δίκαιο των κρατών στο κοσμοπολίτικο δίκαιο μιας παγκόσμιας κοινωνίας των πολιτών, ενισχύοντας παράλληλα μια προληπτική διπλωματία και την πολιτική των ανθρωπίνων δικαιωμάτων ως εσωτερική εθνική αποστολή. Η παρέμβαση αυτή συνιστά μια πρόκληση για το δικαίωμα εμπλοκής της διεθνούς κοινότητας που διατυπώθηκε έπειτα από εκτεταμένα φαινόμενα εθνοκάθαρσης και τρομοκρατικής κατάχρησης της κρατικής βίας, που μετατρέπουν κλασικούς εμφύλιους πολέμους σε μαζικά εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας. Βέβαια, τα νήματα της ευθύνης εδώ μπλέκονται, καθώς υπάρχουν εμφανείς επιλεκτικότητες και αμφιβολίες για τους πολιτικούς στόχους «ανθρωπιστικών επεμβάσεων», όταν μετουσιώνονται σε στρατιωτικές επιχειρήσεις.

Επιπλέον, η διεθνής κοινότητα δεν εγγυάται τη σταθερότητα, αν λάβουμε υπόψη τους αυστηρούς περιορισμούς ως προς τη δικαιοδοσία των διεθνών δικαστηρίων (για τους οποίους ευθύνονται και αρκετές δυτικές χώρες), τις πολλές ανεφάρμοστες αποφάσεις του Διεθνούς Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ή τη μη αναγνώριση, πάλι από αρκετές χώρες, του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου (όπως από τη Ρωσία και την Ουκρανία). Η κατάσταση διεθνώς είναι εξαιρετικά κρίσιμη, αν αναλογιστούμε ότι π.χ. ολόκληρη η Αφρική αποτελείται από κράτη, τα σύνορα των οποίων έχουν χαραχθεί αυθαίρετα από αποικιοκρατικές χώρες, αγνοώντας τις εσωτερικές διαφορές, στα οποία σήμερα ξεπηδούν συνεχώς αυτονομιστικά κινήματα, και μάλιστα όχι σε εθνοτική, αλλά σε φυλετική βάση.

Από την άλλη, η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία υπερέβη ακόμη και αυτή την «ειδική στρατιωτική επιχείρηση» που είχε προαναγγελθεί, καθώς επιδεικνύει μια γενικευμένη επιθετικότητα, με στόχο ιστορικές εδαφικές αξιώσεις από μια κυρίαρχη χώρα, ανεξάρτητα από το ότι οι ίδιοι οι πολίτες της προσπαθούν να προστατευτούν από τους αυτόκλητους σωτήρες τους. Επιχειρείται δε να ανατραπεί μια βασική αρχή στο διεθνές δίκαιο (ενθυμούμαστε εδώ και την περίπτωση της Κύπρου), ότι δεν μπορεί να αναγνωρισθεί ως νόμιμο ένα νέο, επιβαλλόμενο με ένοπλη βία, καθεστώς που έχει προκύψει χωρίς τη συγκατάθεση των ανθρώπων που ζουν σε αυτό. Και, βέβαια, η επίκληση της «άμυνας» από τη μεριά της Ρωσίας για την εισβολή δεν ήταν μια οποιαδήποτε λεκτική διατύπωση, καθώς το διεθνές δίκαιο νομιμοποιεί χρήση στρατιωτικών μέσων μόνο για λόγους άμυνας. Βαφτίστηκε έτσι ως «άμυνα» η εισβολή.

Πίσω από όλα αυτά, η … σωστή πλευρά της ιστορίας δεν θα πρέπει να εξαντλείται αποκλειστικά στην επιλογή στρατοπέδων, αναμένοντας οφέλη (που συνήθως παραμένουν ευσεβείς πόθοι), αλλά να επεκτείνεται σε έναν αγώνα για την ευρεία αναγνώριση, ενίσχυση και εφαρμογή των κανόνων του διεθνούς δικαίου αλλά και των δημοκρατικών προϋποθέσεων που ισορροπούν ανάμεσα στην εθνική κυριαρχία και τα ανθρώπινα δικαιώματα.

* καθηγητής Κοινωνιολογίας στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου