ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Υπάρχει ένα αφήγημα που αποδίδει τον πόλεμο στην Ουκρανία στην περικύκλωση της Ρωσίας από το ΝΑΤΟ και στην αμερικανική αδιαλλαξία, η οποία είχε ωθήσει τις ευρωπαϊκές χώρες σε μιαν υπερβολικά αυστηρή και άκαμπτη θέση απέναντι στον Πούτιν. Αλλά η επέκταση του ΝΑΤΟ δεν αντιμετωπιζόταν πάντοτε από τον Πούτιν ως απειλή. Και η ένταξη της Ουκρανίας στην Ατλαντική Συμμαχία δεν ήταν άλλωστε, και πολύ περισσότερο δεν είναι σήμερα, στην ημερήσια διάταξη.

Σε αυτό το αφήγημα μπορεί επομένως να αντιπαρατεθεί ένα άλλο, που έχει περισσότερες ρίζες στη ρωσική και ευρωπαϊκή ιστορία. Η ήττα στον Ψυχρό Πόλεμο κόστισε στη Ρωσία την απώλεια εδαφικών κερδών, που είχαν επιτευχθεί μετά το 1945 στην Ανατολική Ευρώπη (η κομμουνιστική αυτοκρατορία), καθώς και ενός τμήματος της τσαρικής αυτοκρατορίας. Μεταξύ των άλλων, η Ρωσία έχασε –εκτός από τις κεντροασιατικές ομόσπονδες δημοκρατίες– τη Λευκορωσία και την Ουκρανία, οι οποίες κάποτε ήταν ενσωματωμένες στην τσαρική αυτοκρατορία και στη συνέχεια υπήρχαν τυπικά ως μέλη της ΕΣΣΔ, αλλά βέβαια χωρίς να είναι πραγματικά κυρίαρχες (παρ’ όλο που διέθεταν μιαν έδρα στον ΟΗΕ). Ενώ η Λευκορωσία παρέμεινε στη ρωσική τροχιά, η Ουκρανία ταλαντεύεται εδώ και χρόνια μεταξύ φιλορωσικών και φιλοευρωπαϊκών επιλογών.

Η Ουκρανία είναι το πιο πολύτιμο κομμάτι από γεωπολιτική σκοπιά, σε μια παραδοσιακά αυτοκρατορική οπτική, στην οπτική ενός εδαφικού ιμπεριαλισμού, όπως ήταν πάντα ο ρωσικός ιμπεριαλισμός. Είναι το κέντρο και η καρδιά εκείνης της γραμμής που πάει από το Καλίνινγκραντ στην Οδησσό, από τη Βαλτική στη Μαύρη Θάλασσα, και που πρέπει να ελέγχεται από όποιον θέλει από την Ανατολή να υπολογίζεται ως σημαντική δύναμη στην Ευρώπη, να την επηρεάζει, να την εκφοβίζει. Εκεί είναι το κέντρο βάρους της πελώριας ευρασιατικής μάζας. Αυτή η γραμμή σήμερα είναι εν μέρει αποκλεισμένη.

Το να επαναφέρει την Ουκρανία, τη λεγόμενη Μικρή Ρωσία, στο μαντρί της Μεγάλης Ρωσίας έχει ζωτική σημασία για όποιον, όπως ο Πούτιν, σκέφτεται με τους κλασικούς όρους της γεωπολιτικής από τη σκοπιά της Μόσχας. Για όποιον δηλαδή καθοδηγεί μιαν αναθεωρητική δύναμη, η οποία δεν είναι ικανοποιημένη από τα αποτελέσματα του τελευταίου χαμένου πολέμου. Εξάλλου, η Ρωσία δεν μπορεί να βασίσει τις φιλοδοξίες της να ξαναγίνει μεγάλη δύναμη σε μια δική της ανώτερη οικονομική ικανότητα. Οι ενεργειακές πρώτες ύλες είναι σημαντικές, αλλά δεν αρκούν για να γεννήσουν ηγεμονία.

Στο ΝΑΤΟ ή όχι στο ΝΑΤΟ, η πίεση στην Ουκρανία αποτελεί μέρος μιας στρατηγικής λογικής μακράς περιόδου. Μιας στρατηγικής λογικής την οποία ο Πούτιν μετέτρεψε τώρα σε εισβολή, ίσως επειδή είναι πεισμένος για την αδυναμία των Ηνωμένων Πολιτειών (η απόσυρση από το Αφγανιστάν) ή των Ευρωπαίων (που είναι αποδυναμωμένοι εξαιτίας της πανδημίας και εξαρτημένοι από το δικό του φυσικό αέριο). Στο φως των γεγονότων, αυτή η πεποίθηση δεν ήταν ορθή. Μέρος της ίδιας λογικής –στο ΝΑΤΟ ή όχι στο ΝΑΤΟ– είναι και η αντίδραση των ευρωπαϊκών κρατών, τα οποία δεν μπορούν να μην ερμηνεύσουν τον πόλεμο εναντίον της Ουκρανίας ως μια φανερή απειλή για τη δική τους ασφάλεια και για τη δική τους πολιτική ικανότητα, ως έναν εκφοβισμό από μέρους ενός εχθρικού και θρασύτατου γείτονα. Με δυο λόγια, δεν μπορούν να μην ερμηνεύσουν τον πόλεμο στην Ουκρανία ως μια πράξη υβριδικού πολέμου, που η ύπαρξη του ΝΑΤΟ εγγυάται ότι δεν θα μετατραπεί σε ανοιχτό πόλεμο Ρωσίας και Ευρώπης.

Πέρα από τον απαράδεκτο τρόπο διεξαγωγής του πολέμου, πέρα και από τον ίδιο τον πόλεμο, αλλά πέρα και από τις παράλογες ρωσοφοβικές εκστρατείες εναντίον του Ντοστογιέφσκι και άλλων, η αλήθεια είναι ότι βρισκόμαστε μπροστά σε μιαν αυτοκρατορία που θέλει να καταργήσει ένα κράτος και να το σβήσει από τον γεωγραφικό χάρτη (τουλάχιστον ως μακροπρόθεσμο στόχο). Το πώς μπορεί ο Πούτιν να σκέφτεται ότι θα ενσωματώσει την Ουκρανία στη Ρωσία –ή δευτερευόντως ότι θα την κάνει φιλική προς τη Ρωσία χώρα, όπως είναι η Λευκορωσία– μετά τη μεταχείριση που της επιφύλαξε δεν είναι σαφές. Δεν είναι απίθανο να πυροδοτηθεί μια κατάσταση ανταρτοπολέμου ή να βαδίσουν προς ένα σενάριο τύπου Τσετσενίας, που θα περιπλέκεται από τα προσφυγικά κύματα προς την Ευρώπη. Μιαν Ευρώπη η οποία με τη σειρά της δεν μπορεί να αποδέχεται επί μακρόν τίποτα παρόμοιο, ούτε βέβαια και τα υψηλότατα κόστη των κυρώσεων.

Υπάρχει ένα στοιχείο αμοιβαίου πολέμου φθοράς σε αυτή την κατάσταση. Μιας φθοράς που πιθανότατα θα εκδηλωθεί σε σύντομο χρόνο. Υπάρχει όμως και μια προειδοποίηση: στην αυτοσυνείδηση της Ευρώπης πρέπει να ενσωματωθεί μια πιο σαφής πολιτικο-στρατηγική συνειδητοποίηση από εκείνη που υπήρχε μέχρι τώρα. Αν θέλουμε την ειρήνη –και δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τη θέλουμε ως δίκαιο συμβιβασμό και ως σχέδιο κοινής, και όχι μονομερούς, ασφάλειας– οφείλουμε να προμηθευτούμε τα μέσα και να διαθέτουμε την ευφυΐα για να την εγκαθιδρύσουμε και για να την εγγυηθούμε.


*Καθηγητής Πολιτικής Θεωρίας στο Πανεπιστήμιο της Μπολόνια. Το άρθρο δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα La Repubblica στις 8/3/22.

Επιμέλεια-μετάφραση: Θανάσης Γιαλκέτσης