ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Σπύρος Κουλοχέρης*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ενας έφηβος από το Αφγανιστάν μού αφηγείται ένα καίριο σημείο της ιστορίας του. Κρατάει από το χέρι του, παιδάκι ακόμη, τον μικρότερο αδελφό του και περπατούν στον δρόμο. Ενας Ταλιμπάν μπροστά στα μάτια τους πυροβολεί έναν άνδρα στο κεφάλι και τα μυαλά του τινάζονται στον αέρα, παντού.

Σε ένα άλλο σημείο της αφήγησής του μου αναφέρει τους συνεχείς, αδιάκοπους πονοκεφάλους που τον ταλανίζουν καθημερινά, άρχισαν από τότε, από εκείνο το γεγονός… Δεν θα έβρισκα περιεκτικότερο τρόπο για να περιγράψω την πρόσφατη ιστορία της χώρας αυτής. Τη βία του πολέμου και τις συνέπειές της.

Οι άνθρωποι αφηγούμαστε ιστορίες. Δικές μας, των άλλων, πραγματικές, φανταστικές. Είμαι ακροατής ιστοριών. Αφηγήσεων προσφύγων τα τελευταία είκοσι χρόνια, ως δικηγόρος τους. Η δουλειά μου είναι να φωτίσω το κομμάτι εκείνο της αφήγησής τους που θα ήταν ικανό να πείσει τις αρχές ότι υπάγονται στις προϋποθέσεις εκείνες που θέτει η Σύμβαση της Γενεύης του 1951 για να αναγνωριστούν πρόσφυγες.

Να πείσουν με γνώμονα την αξιοπιστία τους, αφού «απόδειξη» των όσων ισχυρίζονται είναι το σώμα τους και ο λόγος τους. Χωρίς ταυτοποιητικά έγγραφα, χωρίς μάρτυρες. Και αυτά μέσα από μια συνέντευξη από τον χειριστή ή χειρίστρια της υπόθεσής τους, κομμάτι μιας διαδικασίας, που περιγράφεται από την ελληνική και ευρωπαϊκή νομοθεσία. Να πείσουν ότι έχουν σοβαρό λόγο δίωξης στη χώρα τους, για ρητά αναφερομένους στον νόμο λόγους, για «να πάρουν χαρτιά».

Οι άνθρωποι αφηγούμαστε ιστορίες. Μόνο που τις δικές μας, τις βιώνουμε με τον μοναδικό μας ιδιαίτερο τρόπο, επιλέγοντας να τις πούμε με τον τρόπο που εμείς θέλουμε. Οι πρόσφυγες όμως στη συνέντευξή τους, στις εξετάσεις αυτές που περνούν για να μείνουν στη χώρα, δεν επιλέγουν να αφηγηθούν την ιστορία τους, υποχρεούνται να το κάνουν. Πολλές φορές άυπνοι και ταλαιπωρημένοι στα νησιά ή στα κρατητήρια όπου κρατούνται.

Στις υπηρεσίες ασύλου στα αστικά κέντρα, θα περιμένουν ώρες ατέλειωτες τη σειρά τους στην ουρά, στο κρύο ή στη ζέστη. Ξελιγωμένοι από την πείνα, που τις περισσότερες των περιπτώσεων είναι κανόνας. Και όταν φτάσει η ώρα, θα κληθούν να απαντήσουν στις ερωτήσεις, που θα τους τεθούν με τη σειρά που θα τους ζητηθεί, θα διακοπεί η ροή του λόγου τους όταν θα κριθεί ότι αυτά που λένε είναι εκτός θέματος. Θα υποστούν τις ανακριτικές μεθόδους των «ανοιχτών» και «κλειστών» ερωτήσεων, που θα επαναληφθούν κατά τη διάρκεια της συνέντευξης, για να τσεκαριστεί αν λένε την αλήθεια. Γιατί η τεχνική των συνεντεύξεων διδάσκεται με εγχειρίδια που θέτουν κανόνες.

Θυμάμαι έναν Ιρανό να μου αφηγείται τη δύσκολη ιστορία φυγής του. Για μια στιγμή σταματά, μυρίζει τον αέρα και το μάτι του πέφτει στο γραφείο μου, σε ένα βάζο με άσπρα και κίτρινα μανουσάκια. Τα αναγνωρίζει, μου τα λέει στη γλώσσα του, χαίρεται, καθώς τα βλέπει και νιώθει τη μυρωδιά τους εδώ στην ξένη χώρα. Και η αφήγησή του περνά σε κατάσπαρτους ανοιξιάτικους αγρούς, αλλάζει η στάση του σώματός του, χαλαρώνουν οι μύες του προσώπου του, η ξένη χώρα όπου βρίσκεται γίνεται και δική του.

Ηταν η πρώτη φορά που κατάλαβα ότι η αφήγηση δεν έχει, δεν πρέπει να έχει κανόνες και σκοπό. Οτι το «χαλαρό κλίμα εμπιστοσύνης» που περιγράφουν τα εγχειρίδια δεν το φτιάχνεις, το αφήνεις να έρθει, αν το επιτρέψεις εσύ και αν σ’ το επιτρέψει ο συνομιλητής σου.

Οι άνθρωποι αφηγούμαστε ιστορίες. Μόνο που κάποιες είναι αδύνατον να τις μοιραστούμε. Οχι γιατί δεν θέλουμε, αλλά γιατί δεν μπορούμε. Θυμάμαι μια γυναίκα από την Αιθιοπία, που η μνήμη της είχε διαλυθεί από τα βασανιστήρια και πόσο δύσκολο της ήταν να μοιραστεί με μένα και την κοινωνική λειτουργό την ιστορία της.

Τη μαγική εκείνη στιγμή που το μαζεμένο από τον πόνο και θλίψη σώμα της άλλαξε στάση, ο λόγος της απέκτησε άλλη χροιά όταν της ζήτησα να μου εξηγήσει το πολιτικό όραμα για το οποίο δούλεψε και διώχθηκε στη χώρα της. Αλλά και έναν Σουδανό, από τη βία που είχε δεχτεί, που ήταν αδύνατον να μου μιλήσει. Θυμάμαι έναν λόγο αποσπασματικό, έναν άνθρωπο χωρίς υποστηρικτικό περιβάλλον, χαμένο για πάντα.

Οι άνθρωποι αφηγούμαστε ιστορίες. Ιστορίες που μοιάζουν με εφιαλτικά παραμύθια. Δεν περίμενα ποτέ στη δουλειά μου πως θα άκουγα ιστορίες παιδιών-προσφύγων τόσο κοντά στους εφιάλτες των παιδικών μας παραμυθιών. Παιδιά που οι καταστάσεις τα οδήγησαν να φύγουν από το σπίτι τους μέσα από περιπέτειες, που θα έκαναν τον Χανς και την Γκρέτελ να ωχριούν.

Σταχτοπούτες χωρίς πρίγκιπες – οικιακές βοηθοί που «κακές» εργοδότριες εδώ σε αυτή τη χώρα δεν τις άφησαν να παρουσιαστούν στην Υπηρεσία Ασύλου και να δώσουν συνέντευξη με την απειλή ότι θα απολυθούν, με αποτέλεσμα εκείνες να χάσουν τα πάντα. Αυτά τα «αληθινά παραμύθια» δεν έχουν συνήθως όμως αίσιο τέλος…

Πρόσφατα ένα παιδί από το Πακιστάν με έλλειψη βασικών κοινωνικών δικαιωμάτων στη χώρα του, κακοποιημένο βάναυσα στο σχολείο του από τον δάσκαλό του και χωρίς εκεί να καταφέρει να μάθει γραφή και ανάγνωση, έδωσε τη μοιραία, λανθασμένη για τη χειρίστρια της υπόθεσής του απάντηση. Η ερώτηση ήταν τι θα συμβεί αν επιστρέψει στη χώρα του.

Είπε πως αν γύριζε πίσω, ό,τι έχει γίνει εδώ με το σχολείο του και τη ζωή του θα πήγαινε χαμένο. Δεν ξέρω τι είδους απάντηση περίμενε η χειρίστρια της υπόθεσης από έναν έφηβο. Αν περίμενε έναν ξύλινο δικαιωματικό λόγο, που θα «κούμπωνε» στις δικές της απαιτήσεις, αλλά θα ήταν αντίθετος με τις επίσημες οδηγίες, για τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να γίνονται και να ερμηνεύονται οι συνεντεύξεις παιδιών.

Το παράδειγμα των προσφύγων από την Ουκρανία αποδεικνύει ότι και η υποδοχή προσφύγων είναι δυνατή και η απάλειψη διαδικασιών ανάκρισης-συνέντευξης και επανατραυματισμού τους είναι εφικτή. Για το αυτονόητο δεν χρειάζονται διαδικασίες.

Οι άνθρωποι αφηγούμαστε ιστορίες. Είναι πολύτιμες. Τις μοιραζόμαστε με τους άλλους. Ας τις αφηγηθούμε όλες και όλοι μας αν, όταν και όποτε εμείς επιλέξουμε να το κάνουμε. Οι άνθρωποι ακούμε ιστορίες. Ας ανοίξουμε τα αυτιά μας να τις ακούσουμε καλύτερα.