Μια από τις πιο συναρπαστικές συνεισφορές της σοσιαλιστικής θεωρίας είναι ότι επισήμανε τη σχέση μεταξύ της ανάπτυξης του καπιταλισμού και της εξάπλωσης των πολέμων. Οι ηγέτες της Πρώτης Διεθνούς τόνισαν ότι, στη σύγχρονη κοινωνία, οι πόλεμοι δεν προκαλούνται από τις φιλοδοξίες των μοναρχών αλλά από το κυρίαρχο κοινωνικοοικονομικό μοντέλο. Το μάθημα του πολιτισμού για το εργατικό κίνημα προήλθε από την πεποίθηση ότι κάθε πόλεμος πρέπει να θεωρείται «εμφύλιος πόλεμος».
Στο «Κεφάλαιο» ο Μαρξ υποστήριξε ότι η βία είναι μια οικονομική δύναμη, «η μαμή κάθε παλιάς κοινωνίας που κυοφορεί μια καινούργια». Αλλά δεν σκεφτόταν τον πόλεμο ως κρίσιμη παράκαμψη για τον επαναστατικό μετασχηματισμό της κοινωνίας και κύριος στόχος της πολιτικής του δράσης ήταν να εμπνεύσει στους εργάτες την αρχή της διεθνούς αλληλεγγύης.
Ο Φρίντριχ Ενγκελς θεωρούσε τόσο σημαντικό ζήτημα τον πόλεμο, ώστε του αφιέρωσε ένα από τα τελευταία του γραπτά. Στο «Μπορεί να αφοπλιστεί η Ευρώπη;» σημείωνε ότι τα προηγούμενα είκοσι πέντε χρόνια κάθε μεγάλη δύναμη είχε προσπαθήσει να ξεπεράσει τους αντιπάλους της τόσο σε στρατιωτική ισχύ όσο και στις πολεμικές προετοιμασίες. Αυτό σήμαινε πρωτοφανή επίπεδα παραγωγής όπλων και έφερε τη Γηραιά Ηπειρο πιο κοντά σε «έναν καταστρεπτικό πόλεμο που παρόμοιο δεν έχει δει ποτέ ο κόσμος».
Η αποτυχία της σοσιαλδημοκρατίας
Καθώς οι μεγάλες ευρωπαϊκές δυνάμεις συνέχιζαν την ιμπεριαλιστική τους επέκταση, η διαμάχη για τον πόλεμο αποκτούσε όλο και μεγαλύτερο βάρος στις συζητήσεις της Δεύτερης Διεθνούς. Ενα ψήφισμα που εγκρίθηκε στο ιδρυτικό της συνέδριο είχε κατοχυρώσει την ειρήνη ως «απαραίτητη προϋπόθεση για κάθε χειραφέτηση των εργατών». Ωστόσο, όσο περνούσαν τα χρόνια, η Δεύτερη Διεθνής δεσμευόταν όλο και λιγότερο σε μια πολιτική δράσης υπέρ της ειρήνης και η πλειονότητα των ευρωπαϊκών σοσιαλιστικών κομμάτων κατέληξε να υποστηρίζει τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Αυτή η πορεία είχε καταστροφικές συνέπειες. Με τη σκέψη ότι τα «οφέλη της προόδου» δεν πρέπει να μονοπωλούνται από τους καπιταλιστές, το εργατικό κίνημα άρχισε να συμμερίζεται τους επεκτατικούς στόχους των κυρίαρχων τάξεων και να κατακλύζεται από την εθνικιστική ιδεολογία.
Η Δεύτερη Διεθνής αποδείχθηκε εντελώς αδύναμη μπροστά στον πόλεμο, αποτυγχάνοντας σε έναν από τους κύριους στόχους της: τη διατήρηση της ειρήνης. Σύμφωνα με τον Λένιν, αντ’ αυτού, οι επαναστάτες θα έπρεπε να επιδιώξουν «να μετατρέψουν τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο σε εμφύλιο» – υπονοώντας ότι αυτοί που ήθελαν πραγματικά μια «διαρκή δημοκρατική ειρήνη» έπρεπε να διεξαγάγουν «εμφύλιο πόλεμο ενάντια στις κυβερνήσεις τους και την αστική τάξη».
Ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος προκάλεσε διαιρέσεις όχι μόνο στη Δεύτερη Διεθνή αλλά και στο αναρχικό κίνημα. Ο Πιοτρ Κροπότκιν υποστήριξε την ανάγκη «να αντισταθούμε σε έναν επιτιθέμενο που αντιπροσωπεύει την καταστροφή όλων των ελπίδων μας για απελευθέρωση». Η νίκη της Τριπλής Αντάντ (Τριπλής Συνεννόησης) εναντίον της Γερμανίας θα ήταν το μικρότερο κακό και θα έκανε λιγότερα για να υπονομεύσει τις υπάρχουσες ελευθερίες. Από την άλλη, ο Ενρίκο Μαλατέστα δήλωνε ότι η ευθύνη για τη σύγκρουση δεν μπορεί να πέσει σε μία μόνο κυβέρνηση και συμπέραινε: «Δεν είναι δυνατή η διάκριση μεταξύ επιθετικού και αμυντικού πολέμου».
Οι διαφορετικές στάσεις απέναντι στον πόλεμο προκάλεσαν επίσης συζητήσεις στο φεμινιστικό κίνημα. Η ανάγκη να αντικατασταθούν από γυναίκες οι στρατευμένοι άντρες σε δουλειές που αποτελούσαν από καιρό αντρικό μονοπώλιο, ενθάρρυνε τη διάδοση της σοβινιστικής ιδεολογίας σε ένα σημαντικό μέρος του νεογέννητου κινήματος των σουφραζετών. Η αποκάλυψη διπρόσωπων κυβερνήσεων –οι οποίες, επικαλούμενες την παρουσία του εχθρού προ των πυλών, χρησιμοποίησαν τον πόλεμο για να ανατρέψουν θεμελιώδεις κοινωνικές μεταρρυθμίσεις– ήταν ένα από τα πιο σημαντικά επιτεύγματα της Ρόζας Λούξεμπουργκ και των σημαντικότερων κομμουνιστριών της εποχής. Εδειξαν στις επερχόμενες γενιές για ποιο λόγο ο αγώνας ενάντια στον μιλιταρισμό ήταν καίριος για τον αγώνα ενάντια στην πατριαρχία.
Σοβιετική Ενωση και πόλεμος
Μετά το ξέσπασμα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, η ΕΣΣΔ διεξήγαγε τον Μεγάλο Πατριωτικό Πόλεμο που αργότερα έπαιξε τόσο κεντρικό ρόλο στη συγκρότηση της ρωσικής εθνικής ενότητας. Με τη μεταπολεμική διαίρεση του κόσμου σε δύο συνασπισμούς, ο Ιωσήφ Στάλιν δίδαξε ότι το κύριο καθήκον του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος ήταν να προστατεύσει τη Σοβιετική Ενωση. Η δημιουργία μιας ενδιάμεσης ζώνης οκτώ χωρών στην Ανατολική Ευρώπη ήταν κεντρικός πυλώνας αυτής της πολιτικής.
Από το 1961, υπό την ηγεσία του Νικίτα Χρουστσόφ, η Σοβιετική Ενωση ξεκίνησε μια νέα πολιτική πορεία που έγινε γνωστή ως «ειρηνική συνύπαρξη». Ωστόσο, αυτή η απόπειρα εποικοδομητικής συνεργασίας ήταν προσανατολισμένη μόνο στις ΗΠΑ και όχι στις χώρες του «υπαρκτού σοσιαλισμού». Το 1956, η Σοβιετική Ενωση είχε ήδη συντρίψει βάναυσα την Ουγγρική Επανάσταση. Παρόμοια γεγονότα συνέβησαν το 1968 στην Τσεχοσλοβακία. Αντιμέτωπο με αιτήματα για εκδημοκρατισμό κατά την «Ανοιξη της Πράγας», το Πολιτικό Γραφείο του Κομμουνιστικού Κόμματος της Σοβιετικής Ενωσης αποφάσισε ομόφωνα να στείλει μισό εκατομμύριο στρατιώτες και χιλιάδες τανκς.
Ο Λεονίντ Μπρέζνιεφ δικαιολόγησε την επέμβαση αναφερόμενος σε αυτό που ονόμασε «περιορισμένη κυριαρχία» των χωρών του Συμφώνου της Βαρσοβίας: «Οταν δυνάμεις που είναι εχθρικές προς τον σοσιαλισμό προσπαθούν να στρέψουν την ανάπτυξη κάποιας σοσιαλιστικής χώρας προς τον καπιταλισμό, αυτό δεν είναι μόνο πρόβλημα της συγκεκριμένης χώρας, αλλά αποτελεί κοινό πρόβλημα και αφορά όλες τις σοσιαλιστικές χώρες». Σύμφωνα με αυτή την αντιδημοκρατική λογική, ο ορισμός τού τι ήταν και τι δεν ήταν «σοσιαλισμός» ανήκε φυσικά στην αυθαίρετη απόφαση των Σοβιετικών ηγετών.
Με την εισβολή στο Αφγανιστάν, το 1979, ο Κόκκινος Στρατός έγινε ξανά ένα σημαντικό όργανο της εξωτερικής πολιτικής της Μόσχας, η οποία συνέχισε να διεκδικεί το δικαίωμα να παρεμβαίνει σε αυτό που περιέγραφε ως τη δική της «ζώνη ασφαλείας». Αυτές οι στρατιωτικές επεμβάσεις όχι μόνο λειτούργησαν ενάντια σε μια γενική μείωση των όπλων, αλλά χρησίμευσαν για την απαξίωση και την παγκόσμια αποδυνάμωση του σοσιαλισμού. Η Σοβιετική Ενωση θεωρούνταν όλο και περισσότερο μια αυτοκρατορική δύναμη που ενεργούσε με τρόπους παρόμοιους προς εκείνους των Ηνωμένων Πολιτειών.
Το τέλος του Ψυχρού Πολέμου δεν μείωσε τον όγκο των παρεμβάσεων στις υποθέσεις άλλων χωρών, ούτε αύξησε την ελευθερία κάθε λαού να επιλέγει το πολιτικό καθεστώς κάτω από το οποίο ζει.
Το 1854, ο Μαρξ έγραψε για τους πολέμους της Κριμαίας και, σε αντίθεση με τους φιλελεύθερους δημοκράτες που εξυμνούσαν τον αντιρωσικό συνασπισμό, υποστήριξε ότι: «Ηταν λάθος να περιγράφουμε τον πόλεμο κατά της Ρωσίας ως έναν αγώνα μεταξύ ελευθερίας και δεσποτισμού. Εκτός από το γεγονός ότι, αν συνέβαινε κάτι τέτοιο, την ελευθερία θα την εκπροσωπούσε ένας Βοναπάρτης, ολόκληρο το ομολογημένο αντικείμενο του πολέμου είναι η συντήρηση […] των Συνθηκών της Βιέννης – αυτών ακριβώς των συνθηκών που ακυρώνουν την ελευθερία και την ανεξαρτησία των εθνών». Αν αντικαταστήσουμε τον Βοναπάρτη με τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής και τις Συνθήκες της Βιέννης με το ΝΑΤΟ, αυτές οι παρατηρήσεις μοιάζουν σαν να γράφτηκαν για σήμερα.
Ο προβληματισμός όσων αντιτίθενται τόσο στον ρωσικό όσο και στον ουκρανικό εθνικισμό, καθώς και στην επέκταση του ΝΑΤΟ, δεν αποτελεί δείγμα πολιτικής αναποφασιστικότητας ή θεωρητικής αμφιλογίας. Η θέση εκείνων που προτείνουν μια πολιτική μη συμπαράταξης είναι ο πιο αποτελεσματικός τρόπος για να τερματιστεί ο πόλεμος το συντομότερο δυνατό και να εξασφαλιστεί ο μικρότερος αριθμός θυμάτων. Είναι απαραίτητο να συνεχιστεί η αδιάκοπη διπλωματική δραστηριότητα με βάση δύο σταθερά σημεία: την αποκλιμάκωση και την ουδετερότητα της ανεξάρτητης Ουκρανίας.
Για την Αριστερά, ο πόλεμος δεν μπορεί να είναι «η συνέχιση της πολιτικής με άλλα μέσα», για να παραθέσω το περίφημο ρητό του Κλάουζεβιτς. Στην πραγματικότητα, απλώς πιστοποιεί την αποτυχία της πολιτικής. Αν η Αριστερά θέλει να επιστρέψει ηγεμονική και να φανεί ικανή να χρησιμοποιήσει την ιστορία της για τα καθήκοντα του σήμερα, πρέπει να γράψει ανεξίτηλα στα πανό της τις λέξεις «αντιμιλιταρισμός» και «Οχι στον πόλεμο!».
* Καθηγητής Κοινωνιολογίας στο Πανεπιστήμιο York (Τορόντο-Καναδάς). Ειδικός της σοσιαλιστικής σκέψης και της ιστορίας του εργατικού κινήματος. Τα γραπτά του –διαθέσιμα στο www.marcellomusto.org– έχουν εκδοθεί σε είκοσι πέντε γλώσσες σε όλο τον κόσμο.
