Το διπλό πλήγμα που επιφέρει ο πόλεμος στην Ουκρανία σε ανάπτυξη και πληθωρισμό θα απαιτήσει τη στήριξη των κυβερνήσεων με αύξηση των δημοσίων δαπανών, διαμηνύει ο Οργανισμός Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης.
Στην ενδιάμεση έκθεσή του για την παγκόσμια οικονομία -που δημοσιοποίησε χθες και αποτελεί μια πρώτη εκτίμηση για τις επιπτώσεις του πολέμου, ο ΟΟΣΑ προειδοποιεί ότι αν οι κινήσεις που καταγράφηκαν στις τιμές των βασικών εμπορευμάτων και τις χρηματοπιστωτικές αγορές στις δύο πρώτες εβδομάδες της σύγκρουσης διατηρηθούν σε όλη τη διάρκεια του έτους, τότε η ανάπτυξη της παγκόσμιας οικονομίας θα είναι φέτος χαμηλότερη κατά τουλάχιστον 1% σε σχέση με αυτήν που προβλεπόταν πριν από τον πόλεμο, ενώ ο παγκόσμιος πληθωρισμός θα είναι υψηλότερος κατά τουλάχιστον 2,5 ποσοστιαίες μονάδες.
Ο πόλεμος έχει ήδη οδηγήσει σε σημαντική οικονομική και χρηματοπιστωτική κρίση, ιδίως στις αγορές πρώτων υλών, με τις τιμές του πετρελαίου, του φυσικού αερίου και του σιταριού να ανεβαίνουν στα ύψη υπογραμμίζει ο οργανισμός αυξάνοντας την πρόβλεψή του για τον φετινό παγκόσμιο πληθωρισμό στο 7,5%.
«Η σύγκρουση Ρωσίας Ουκρανίας», όπως εξηγεί από την πλευρά του ο επικεφαλής οικονομολόγος του ΟΟΣΑ Λόρενς Μπουν, «επιδρά μέσω δύο βασικών οικονομικών διαύλων:
α. τις υψηλότερες τιμές τροφίμων, οι οποίες θα πλήξουν περισσότερο τις φτωχές χώρες και τις αναδυόμενες αγορές και
β. τις τιμές ενέργειας, οι οποίες θα επηρεάσουν τις επιχειρήσεις και τους καταναλωτές παγκοσμίως».
Μια καλά σχεδιασμένη και προσεκτικά στοχοθετημένη δημοσιονομική στήριξη από τις κυβερνήσεις θα μπορούσε να μειώσει τον αρνητικό αντίκτυπο στην ανάπτυξη με μικρή μόνο επιπλέον ώθηση στον πληθωρισμό. Σε ορισμένες χώρες μάλιστα η στήριξη αυτή θα μπορούσε να χρηματοδοτηθεί από τη φορολόγηση των «ουρανοκατέβατων» κερδών των πετρελαϊκών εταιρειών.
Ενδεικτικές προσομοιώσεις μιας καλά στοχευμένης αύξησης δημοσίων δαπανών κατά 0,5% του ΑΕΠ για ένα έτος σε όλες τις οικονομίες του ΟΟΣΑ υποδεικνύουν ότι θα μπορούσε να αντισταθμίσει περίπου τη μισή από την προβλεπόμενη συρρίκνωση της ανάπτυξης λόγω του πολέμου χωρίς να αυξηθεί σημαντικά ο πληθωρισμός.
Βραχυπρόθεσμα, σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ, πολλές κυβερνήσεις θα πρέπει να κινηθούν για τον μετριασμό του πλήγματος των υψηλότερων τιμών ενέργειας αλλά και να διαφοροποιήσουν τις πηγές ενέργειας και να αυξήσουν την αποδοτικότητα όπου είναι δυνατόν. Οσον αφορά τα τρόφιμα, η υψηλότερη παραγωγή στις χώρες του ΟΟΣΑ, η αποφυγή προστατευτισμού και η πολυμερής στήριξη της εφοδιαστικής αλυσίδας θα βοηθήσουν τις χώρες που πλήττονται περισσότερο από τη διακοπή του εφοδιασμού τους από τη Ρωσία και την Ουκρανία.
Στην ευρωζώνη, όπου λόγω γειτνίασης και εξάρτησης τα πράγματα είναι ακόμη δυσκολότερα, ο πόλεμος προβλέπεται να ψαλιδίσει την ανάπτυξη κατά 1,4%, σε επίπεδο χαμηλότερο του 3% και να προσθέσει στον προσδοκώμενο πληθωρισμό τουλάχιστον δύο ποσοστιαίες μονάδες. Η αντίστοιχη πρόβλεψη για τις επιπτώσεις του πολέμου στις ΗΠΑ είναι λιγότερο επώδυνες, δηλαδή μείωση της ανάπτυξης κατά 0,8% και +1,3% στον πληθωρισμό.
Η δυσμενέστερη πρόβλεψη αποτυπώνει την ενεργειακή εξάρτηση της πρώτης από τη Ρωσία αλλά και το γεγονός ότι οι χώρες της ευρωζώνης καλούνται να αντιμετωπίσουν μια ακόμη προσφυγική κρίση η οποία όπως όλα δείχνουν θα είναι οξύτερη των προηγούμενων.
Στις άμεσες προτεραιότητες δαπανών περιλαμβάνονται το κόστος στήριξης των προσφύγων και η αντιμετώπιση των επιπτώσεων της εκτόξευσης των τιμών των πρώτων υλών και των τροφίμων σε νοικοκυριά και εταιρείες. Μεσοπρόθεσμα, οι μεγαλύτερες επενδύσεις σε καθαρή ενέργεια και οι υψηλότερες αμυντικές δαπάνες είναι και οι δύο οι σημαντικότερες.
