Μάρτης του 2020 και η εικόνα παγώνει. Μέσα στον διάχυτο φόβο και την απορία για «τούτο το κακό που μας βρήκε», όλοι σιωπούν.
Ο Λευτέρης Κουγιουμουτζής, γνωστός από τα χρονογραφήματά του στην «Εφημερίδα των Συντακτών», εν τούτοις μετουσιώνει τη σιωπή σε ήπιο στοχασμό και κατάνυξη για τις ανθρώπινες αγωνίες που συναισθάνεται γύρω του και μέσα του να πάλλονται. Για πενήντα τέσσερις μέρες, που κράτησε η καραντίνα, δεν αφήνει τη σκέψη ατάραχη. Κάθε μέρα βρίσκεται μια σκέψη να ξορκίζει –με τον έναν ή τον άλλον τρόπο– το κακό.
Με κοινό παρονομαστή κάθε αφηγήματος τον αιφνίδιο εγκλεισμό μας και το αδιόρατο πέρας του, ο Κουγιουμουτζής καταθέτει τον καθημερινό του συλλογισμό για τα ανθρώπινα. Κινούμενος με λεπτότητα ανάμεσα στην ψυχογραφία και τη λαογραφία, παρατηρεί τη ζωή και τη φυσικότητά της – ακόμα και όταν αυτή αιφνίδια ανατρέπεται.
Παρατηρεί τον ακρωτηριασμό της κοινωνικότητας, σαν αυτόν της κερα-Ρήνης, που δεν βρίσκει –και δεν της επιτρέπεται πια– κανέναν να φιλεύει, το πάγωμα των εθίμων του ζεστού λαού μας, την αφύσικη ρήξη ακόμα και των πιο ανθρώπινων δεσμών, όπως αυτής της γιαγιάς από το εγγόνι… Και πώς να δικαιολογήσει ο κάθε κυβερνητικός εκπρόσωπος «εκειονέ το μιαρό απού ‘ρθε από την Κίνα για να χαλάσει τση Γιώργαινας το Πάσχα».
Θεάται με αμηχανία τα αδιόρατα όρια ανάμεσα στον φόβο και στη φοβία για τον ιό –μα και τον συνάνθρωπο ως ενδεχόμενο φορέα του– και την προσπάθεια να σμίξει η μειλίχια «εσώκλειστη» οικογενειακή καθημερινότητα με τον τρόμο των καθημερινών ανακοινωθέντων για «πεσόντες» και «διασωληνωμένους». Στέκεται με σκεπτικισμό μα και συμπόνια μπροστά στα ανθρώπινα πάθη, όπως αυτό της ανθρώπινης έπαρσης του απυρόβλητου κι απρόσβλητου. Αμφιβάλλει για τη ματαιότητα του υλισμού, όταν η ασφάλεια της υγείας και της επικοινωνίας ελλείπει.
Φοβάται για τις κάθε λογής αγκυλώσεις και τις ατροφίες που μπορεί να προκαλέσει ο «γύψος» στον οποίο εκτάκτως μπήκε η χώρα και μας κρατά μακριά από το θαύμα της άνοιξης και κάθε «άνοιξης», ατομικής ή συλλογικής.
Στα αφηγήματα του «Ημερολογίου Εγκλεισμού» (εκδόσεις Κέδρος) νιώθει κανείς πως ο χρόνος διαστέλλεται. Μπαίνουν στο μικροσκόπιο της σκέψης η στιγμή, η εικόνα, το παράπονο και η νομοτέλεια, όπως το φύτρωμα μιας ροβιθιάς σε μια ξεχασμένη γλάστρα και τα γεννητούρια μιας γάτας, την οποία διόλου απασχολούν το μοναχικό «Ελλήνων Πάσχα», οι κωδικοί μετακίνησης και τα «φιρμάνια». Ενός λεπτού σιγή τηρείται στη μνήμη και στο έργο του Μανώλη Γλέζου και στην υψηλή ιδεολογική του συνέπεια. Η εστίαση της ζωής γίνεται μηδενική, είναι άνωθεν όλα ιδωμένα, πάντα, όμως, με προσήνεια και καταδεκτικότητα.
Οι εναλλασσόμενες διαθέσεις του εγκλεισμού δημιουργούν υφολογική ποικιλία. Την εμβρίθεια πάνω σε αδιαπραγμάτευτες αξίες, σαν εκείνη της πίστης στον «φυσικό» κι όχι τον διαδικτυακό «δάσκαλο», διαδέχεται με φυσική τάξη η ανάλαφρη κωμικότητα για όσα πρωτόγνωρα ζήσαμε εκείνον τον καιρό κι όσα με πάθος πεθυμήσαμε. Ο λεπτός κυνισμός απέναντι στην ιδιοτέλεια, τις κατ’ επίφαση ανθρώπινες σχέσεις, την κοινωνική αδικία και τη φιλαργυρία δίνει τη θέση του στη νηφαλιότητα και τη συγκατάβαση για όσους εμμένουν στα ανθρώπινα οράματά τους και στην εγκαρτέρηση πως «αφού μαζί πέσαμε όλοι, μαζί θα σηκωθούμε κιόλας».
Την υφολογική ποικιλία δημιουργεί και η εκφραστική του δύναμη. Η κοινή γλώσσα των περισσότερων αφηγημάτων είναι επιμελημένη κι επιλεγμένη στα μέτρα του ανθρώπου και των όσων συντελούνται μέσα του. Συνταιριάζεται, όμως, αρμονικά σε άλλα διηγήματα, γραμμένα με ιδιώματα της κρητικής ντοπιολαλιάς, και πείθει για την αλήθεια των ανθρώπων που τη μιλούν.
Η μαθηματική διεισδυτικότητα του Κουγιουμουτζή, πάντως, συγκεράζεται με τη λογοτεχνική ευαισθησία στα αφηγήματά του και εκπλήσσει ευχάριστα, μιλώντας με ειλικρίνεια στον νου και στην ψυχή. Γι’ αυτό και ο πεζός λόγος στην πλειονότητα των αφηγημάτων του αποκτά λυρισμό μέσα από τις ποιητικές του απόπειρες, για να δηλώσει ακόμα και την πλέον αδιόρατη αλλοτρίωσή μας:
«Αναζητώ/ το κυνήγι του λεπτοδείκτη/ τους απάνθρωπους ρυθμούς/ τ’ αχρείαστο άγχος/ τις απλήρωτες υπερωρίες/ τ’ αδήλωτα ημερομίσθια/ τη φαντασίωση της καριέρας/ τη διαρκή αίσθηση του ανικανοποίητου».
Το «Ημερολόγιο Εγκλεισμού» είναι μια κατάφαση στη ζωή, την τάξη και τις ανατροπές της. Δικαίως, τελικά, την πεντηκοστή τρίτη μέρα, λίγο πριν από την… ηρωική μας έξοδο δηλαδή, καταθέτει το αίτημα για μια «τελεσίδικη κι αληθινή ελευθερία, χωρίς αστερίσκους και ψιλά γράμματα».
Δικαίως το «Ημερολόγιο Εγκλεισμού» γράφτηκε ως «αντικλείδι ελευθερίας».
