Τι είναι ο Ξένος για (εμάς) τους Αλλους; Η έννοια του ξένου είναι κυρίαρχη στον ψυχαναλυτικό λόγο, καθώς απευθύνεται στο ενδοψυχικό «ανοίκειο» και πανταχού παρούσα στον πολιτικό λόγο – σχεδόν πάντα αμφίσημα και σε συνάρτηση με τα συμφραζόμενα.
Οπως τώρα. Ενας ξένος μπορεί να είναι επισκέπτης ή πρόσφυγας και μπορεί να παραπέμπει ή να υπαινίσσεται τη φιλοξενία ή την απειλή. Η αντιμετώπιση του Ουκρανού πρόσφυγα μας υπενθύμισε πως η «φιλοξενία» μας –με τον τρόπο που την προσεγγίζει ο Ζακ Ντεριντά– προσφέρεται επιλεκτικά ακόμα και σε ανθρώπους που έχουν τις ίδιες ανάγκες και την ίδια πορεία.
Ολοι οι πρόσφυγές μας ωστόσο, από όπου και αν προέρχονται, έχουν διακινδυνεύσει τη ζωή τους, έχουν αναγκαστεί να κρυφτούν σε καταφύγια για να αποφύγουν τους βομβαρδισμούς, έχουν χάσει τα σπίτια και τους ανθρώπους τους, έχουν περπατήσει για ώρες κάτω από αντίξοες καιρικές συνθήκες, έχουν στοιβαχτεί σε υπερπλήρη λεωφορεία, έχουν χωριστεί από τις οικογένειές τους στα σύνορα.
Τι μας κάνει λοιπόν να υποδεχόμαστε με εντελώς διαφορετικό τρόπο τους ξένους μας; Για να αντέξουμε να τους «φιλοξενήσουμε» θα πρέπει να έχουν το ίδιο χρώμα δέρματος και να προσεύχονται με τον ίδιο τρόπο με εμάς;
Οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις έχουν αντιμετωπίσει τους ξένους των τελευταίων ετών και δεκαετιών κυρίως με εχθρότητα. Δεν συμβαίνει το ίδιο με τον Ουκρανό πρόσφυγα. Πολιτικοί και μίντια αναφέρονται στους Ουκρανούς πρόσφυγες ως «Ευρωπαίους, ευημερούντες και μορφωμένους ανθρώπους» σε αντίθεση με «τα προσφυγικά κύματα ή τους μουσουλμανικούς πληθυσμούς από τη Μέση Ανατολή και την Αφρική».
Ο H. A. Hellyier, από το Ιδρυμα Carnegie για τη Διεθνή Ειρήνη, σχολίασε την ανισότητα στη μεταχείριση των προσφύγων αρνητικά, επισημαίνοντας πως «για μια ήπειρο που προσπαθεί να υπερηφανεύεται για την ανωτερότητα του πλουραλισμού έναντι του φανατισμού, μετά τις φρικτές εμπειρίες του Ολοκαυτώματος, της γενοκτονίας της Βοσνίας και των αγώνων για τα πολιτικά δικαιώματα σε όλη την ήπειρο και γενικότερα στη Δύση είναι μια θλιβερή υπενθύμιση ότι πάρα πολλοί από εμάς συνεχίζουμε να είμαστε εξαιρετικά φυλετικοί και ρατσιστές».
Για να κατανοήσουμε το μέγεθος της διαφοράς στον τρόπο διαχείρισης των προσφύγων, μέχρι τη στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές, τρία εκατομμύρια πρόσφυγες έχουν γίνει αποδέκτες ενός άνευ όρων ασύλου και προστασίας σε γειτονικές χώρες σε όλη την Ευρωπαϊκή Ενωση μέσα σε είκοσι ημέρες, ενώ είχαν χρειαστεί έξι μήνες για να εγκαταλείψουν τη Συρία περίπου ένα εκατομμύριο πρόσφυγες το 2013, σχεδόν δύο χρόνια αφότου είχε ξεκινήσει ο εμφύλιος πόλεμος στην περιοχή…
Η γενεαλογία της απέχθειας προς τον ξένο έχει τις ρίζες της στον τρόπο που συγκροτείται το υποκείμενο στις πατριαρχικές κοινωνίες. Ο Ζακ Ντεριντά, σε μια συνέντευξή του στην εφημερίδα «Le Monde» τον Δεκέμβριου του 1997, είχε αναφέρει εμφατικά ότι «δεν υπάρχει ούτε πολιτισμός ούτε κοινωνικός δεσμός χωρίς μια αρχή φιλοξενίας».
Οπως πλήθος ιστοριών και πληροφοριών μαρτυρούν, η φιλοξενία έχει αποτελέσει, διά μέσου των αιώνων, σημαντική παράμετρο του ανθρώπινου βίου, απλώνοντας την επιρροή της σχεδόν σε κάθε γωνιά του πλανήτη, έτσι που συχνά η έλλειψή της εκλαμβάνεται ως απώλεια μιας (όχι αναγκαστικά μόνο ανθρώπινης) αρετής, που μπορεί εύκολα να μας μετατρέψει σε «απάνθρωπα τέρατα».
Ο Ζ. Φρόιντ, όταν είχε ασχοληθεί με την έννοια του ξένου στο κείμενο για το «Ανοίκειο» το 1919, είχε καταλήξει πως το ανοίκειο φαίνεται τρομακτικό εφόσον «δεν είναι ήδη γνωστό ή γνώριμο». Πρόκειται για την αμφιθυμία του ανθρώπου σε αυτό που «δεν είμαι εγώ», μια αμφιθυμία που απευθύνουμε επιθετικά στον ξένο που πλησιάζει και δεν μας μοιάζει.
Πώς βιώνουν οι ξένοι μας τη φιλοξενία ή την έλλειψη της; Η Χάνα Αρεντ, αναφερόμενη στην κατάσταση του εβραίου πρόσφυγα, έγραφε το 1943: «Δεν ξέρω ποιες αναμνήσεις και ποιες σκέψεις κατοικούν κάθε βράδυ στα όνειρά μας. […] Μερικές φορές όμως φαντάζομαι ότι τουλάχιστον τα βράδια σκεφτόμαστε το θάνατό μας ή ότι θυμόμαστε τα ποιήματα που κάποτε αγαπήσαμε».
Μισό αιώνα μετά και αφού ένα νέο κύμα προσφύγων έχει μόλις αρχίσει να διασχίζει τα ευρωπαϊκά σύνορα, στο βιβλίο «Εμείς οι πρόσφυγες», ο Τζιόρτζιο Αγκάμπεν σχολιάζει το κείμενο της Αρεντ διαπιστώνοντας ταυτόχρονα «τα κενά της σύγχρονης ρητορείας περί δικαιωμάτων του ανθρώπου».
Αν η «απώλεια» είναι η λέξη-κλειδί της ψυχολογικής κατάστασης που βιώνει ο κάθε πρόσφυγας, είτε πρόκειται για απώλεια του οικείου τρόπου απόλαυσης είτε της πατρίδας και των αγαπημένων του προσώπων, τότε η ανεύρεση νέων σημαινόντων πάνω στα οποία θα μπορέσει να εγγράψει την επιθυμία τους είναι, ίσως, ο μόνος τρόπος για να συνεχίσει να έχει επιθυμία για ζωή.
Οταν δεν δημιουργούμε έναν φιλόξενο χώρο για τους ξένους μας και δεν τους επιτρέπουμε να αναπαραστήσουν τις ρήξεις των σταθερών πλαισίων, δεν τους βοηθάμε να επανεφεύρουν τον εαυτό τους και να επιθυμήσουν ξανά.
Οφείλουμε, συνεπώς, να επανεξετάσουμε την έννοια του ξένου… να αναμετρηθούμε ψυχικά μαζί του με τρόπο υπερβατικό, να τον δεχτούμε και να τον αποδεχτούμε, να υιοθετήσουμε πολιτικές που έχουν έναν φιλόξενο χώρο και για εκείνους που δεν μας μοιάζουν.
Τόσο λόγω αλληλεγγύης προς τους άλλους αλλά και προς τον ίδιο μας τον εαυτό. Διότι η υποκειμενικότητά μας εδραιώνεται μόνο όταν έρθουμε αντιμέτωποι με τον ανοίκειο εαυτό μας. Και αυτό συμβαίνει συνήθως μέσα από τον ανοίκειο Αλλο, δανείζοντας ένα κομμάτι του Εγώ μας στον άλλο ξένο.
