Οι έννοιες είναι κοινωνικές κατασκευές. Τις κατασκευάζουμε για να κατανοήσουμε τον κόσμο, να τον ερμηνεύσουμε, αλλά και για να μπορούμε να καταλαβαινόμαστε. Κάνουμε λόγο για κοινωνικές τάξεις, εθνικισμό, ενσυναίσθηση, λαϊκισμό. Οι έννοιες εδράζονται σε κοινωνικά δεδομένα διαμεσολαβημένα από τη ματιά του ερευνητή. Συνακόλουθα δεν είναι αυθαίρετες κατασκευές, έχουν στοιχεία υποκειμενικότητας.
Στον δημόσιο χώρο έννοιες χρησιμοποιούνται συχνά καταχρηστικά. Αυτό γίνεται με την έννοια λαϊκισμός -και παράγωγά της. Από μέσο κατανόησης έχει μετατραπεί σε εργαλείο πολεμικής, απαξίωσης ανταγωνιστών και πρακτικών τους, σε μέσο ακύρωσης του άλλου, της σκέψης και του λόγου του. Αφήνουμε το περιεχόμενο της πρότασής του, που μπορεί να απαιτεί αντίλογο και διάλογο, την απαξιώνουμε εν τη γενέσει της ως λαϊκιστική. Χαρακτηριστική η πρόσφατη δήλωση του Κ. Μητσοτάκη στη Γερμανία όπου με τη λέξη λαϊκισμός επιχείρησε να απαξιώσει μεμιάς ανταγωνιστές και ό,τι έγινε στην Ελλάδα από το 2015 ώς το 2019. Ο σκοπός διττός. Η συλλήβδην απαξίωση των ανταγωνιστών, των τότε κυβερνώντων, η νομιμοποίηση των δικών του πρακτικών.
Σύμφωνα με τη συγκεκριμένη χρήση του λαϊκισμού, ένα πολιτικό κόμμα, για να έχει εκλογική υποστήριξη, για να πάρει ψήφους, υπόσχεται ασύστολα, υπόσχεται ό,τι ονειρεύονται οι ψηφοφόροι. Οι τελευταίοι θέλγονται, το ψηφίζουν. Το κόμμα αυτό έρχεται στην εξουσία, αλλά αδυνατώντας εκ προοιμίου να υλοποιήσει τα υποσχόμενα, γίνεται ανακόλουθο, αναποτελεσματικό, αναξιόπιστο, χάνει τις επόμενες εκλογές. Η συγκεκριμένη χρήση της έννοιας υπεραπλουστεύει την πολιτική. Οδηγεί σ’ αυτό που υποτίθεται πως καταπολεμάει: την ακύρωση του αναλυτικού λόγου, του διαλόγου, εν τέλει της ίδιας της πολιτικής ως μορφής οργάνωσης μιας κοινωνίας.
Στηρίζεται σε τέσσερις εσφαλμένες παραδοχές οι οποίες απολήγουν να θεωρούν τους πολίτες μη νοήμονα όντα.
Διαγράφονται η μνήμη και η Ιστορία. Κόμματα και πολίτες θεωρείται ότι δεν έχουν παρελθόν. Αρα τα κόμματα μπορούν να υπόσχονται οτιδήποτε χωρίς να διδάσκονται από το χθες με την προσδοκία να πλανέψουν, στην καλύτερη περίπτωση, να ξεγελάσουν, στη χειρότερη, τους πολίτες. Χωρίς μνήμη οι πολίτες λησμονούν τι έκαναν τα ίδια αυτά κόμματα στο παρελθόν.
Οι κοινωνίες εκλαμβάνονται ως ομοιογενείς οργανισμοί. Η οργανιστική αυτή αντίληψη, τυπική του 19ου αιώνα, θεωρεί ότι μεγάλα τμήματα του πληθυσμού είναι ίδια και αντιδρούν ομοιόμορφα. Αντίθετα, γνωρίζουμε ότι οι σημερινές κοινωνίες είναι πολυπλοκότερες μορφολογικά και θεσμικά. Αυτός, παρεμπιπτόντως, είναι ένας από τους λόγους που τα πολιτικά κόμματα δυσκολεύονται να πείσουν τμήματα του πληθυσμού και συγκεντρώνουν χαμηλότερα ποσοστά απ’ ό,τι στο παρελθόν.
Το πολιτικό πεδίο προσλαμβάνεται ως μία διαπροσωπική σχέση κομμάτων/ψηφοφόρων. Στο σχήμα αυτό τα κόμματα υπόσχονται και οι ψηφοφόροι ανταποκρίνονται ή όχι. Ή αντίστροφα, οι ψηφοφόροι ζητούν και τα κόμματα αποκρίνονται. Το πολιτικό πεδίο, όμως, συντίθεται από περισσότερα κόμματα σε διαρκή διαδικασία ανταγωνισμού, ανταλλαγής, διαλόγου. Παρεμβαίνουν, άμεσα ή έμμεσα, με τον λόγο και τις πρακτικές τους, στις σχέσεις των ανταγωνιστών τους με τους ψηφοφόρους. Με τον τρόπο αυτό μπορούν να ασκήσουν κριτική στους ανταγωνιστές, να προτείνουν στους πολίτες τα δικά τους σχέδια και οράματα.
Οι ψηφοφόροι ενεργούν σύμφωνα με την καλύτερη προσφορά. Αναντίρρητα η ψήφος επηρεάζεται από το προσωπικό όφελος. Για ταξική ψήφο κάνουν λόγο οι αριστεροί, για συμφέροντα οι δεξιοί. Ακόμη κι αν δεχτούμε το επιχείρημα των συμφερόντων, ποιος μας λέει ότι ένα «λαϊκιστικό» κόμμα κάνει την καλύτερη προσφορά;
Ακόμη κι αν αυτό πλειοδοτεί σε υποσχέσεις, ποιος εγγυάται ότι αυτές θα υλοποιηθούν; Ακόμη κι αν οι ψηφοφόροι αγνοούν το παρελθόν, ακόμη κι αν τα κόμματα-ανταγωνιστές δεν κάνουν καλά τη δουλειά τους, οι πολίτες δεν μπορούν να σκεφτούν αν η προσφορά είναι υλοποιήσιμη; Αν η αποδοχή της βάλει το «κοινό καλό» σε περιπέτειες; Αν οι πολίτες είναι σε θέση να σκεφτούν έστω και στοιχειωδώς όλα αυτά, τότε όλη η προαναφερθείσα απλοϊκή επιχειρηματολογία περί λαϊκισμού πέφτει στο κενό.
Θεωρώ προφανές ότι εκείνοι που χρησιμοποιούν την έννοια «λαϊκισμός» με τον προαναφερθέντα τρόπο δεν αγνοούν ότι η προσέγγισή τους είναι προβληματική. Στοχεύει στην απονομιμοποίηση των ανταγωνιστών καίτοι καταλήγει να θεωρεί τους πολίτες άφρονες, χωρίς νου και κρίση. Είναι και αυτό μέρος του πολιτικού ανταγωνισμού. Μόνο που έτσι αυτός γίνεται τυφλός, αδιέξοδος.
* Πανεπιστήμιο Πατρών
