Τα μέτρα στήριξης που λαμβάνει η κυβέρνηση αντιμετωπίζουν σε μεγάλο βαθμό τις αρνητικές επιπτώσεις από τον πληθωρισμό, ενώ η άμεση έκθεση της Ελλάδας στη Ρωσία, με εξαίρεση την ενέργεια, είναι μικρή και για την Εθνική Τράπεζα είναι ουσιαστικά μηδενική, σύμφωνα με τον διευθύνοντα σύμβουλό της, Παύλο Μυλωνά. Οπως εξήγησε, παρουσιάζοντας τα αποτελέσματα του ομίλου της ΕΤΕ, οι επιπτώσεις είναι έμμεσες και προέρχονται κυρίως από την αύξηση του πληθωρισμού και τις υψηλές τιμές ενέργειας, που θα επηρεάσουν το κόστος παραγωγής και πρώτων υλών και θα έχουν επιπτώσεις στο εισόδημα των νοικοκυριών, στο λιανεμπόριο, στον αγροδιατροφικό τομέα.
Παρ’ όλα αυτά, στη συζήτηση των αποτελεσμάτων για το 2021 με τους αναλυτές, ο Παύλος Μυλωνάς υπογράμμισε ότι δεν υπάρχουν ενδείξεις αξιοσημείωτης αύξησης των «κόκκινων» δανείων λόγω της νέας κρίσης.
Σε ό,τι αφορά την ΕΤΕ, στοχεύει σε περαιτέρω οργανική μείωση των «κόκκινων» δανείων ώστε μέχρι το 2024 να μειώσει το σχετικό απόθεμα κάτω από 1 δισ. ευρώ, φτάνοντας τον ευρωπαϊκό μέσο όρο του 3% και ενισχύοντας παράλληλα την καθαρή πιστωτική επέκταση με νέα δάνεια ύψους περίπου 5 δισ. ευρώ.
«Η άμεση έκθεση της Ελλάδας στη Ρωσική Ομοσπονδία (εξαγωγές, τουρισμός, άμεσες ξένες επενδύσεις) ανέρχεται σε 0,3% του ΑΕΠ, ενώ το 1/3 περίπου των εισαγωγών ενέργειας της Ελλάδας προέρχεται από τη Ρωσία (15% της εγχώριας κατανάλωσης). Η ΕΤΕ έχει πρακτικά μηδενική άμεση έκθεση στη Ρωσία» ανέφερε ο Παύλος Μυλωνάς στη διάρκεια της συζήτησης με τους αναλυτές για τα αποτελέσματα του 2021, χρονιά που «έκλεισε» με 833 εκατ. ευρώ κέρδη μετά από φόρους από συνεχιζόμενες δραστηριότητες του ομίλου, ενισχυμένα κατά 41% σε ετήσια βάση. Τα κέρδη μετά από φόρους της περιόδου διαμορφώθηκαν σε 867 εκατ. ευρώ έναντι 33 εκατ. το 2020. Το 2021 η τράπεζα εμφάνισε ισχυρούς δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας, με τον δείκτη CET1 να διαμορφώνεται σε 16,9% (+120 μ.β. περίπου σε ετήσια βάση) και τον Συνολικό Δείκτη Κεφαλαιακής Επάρκειας σε 17,5%.
Ο Δείκτης Μη Εξυπηρετούμενων Ανοιγμάτων αποκλιμακώθηκε σε 7,0% από 11,9% το γ’ τρίμηνο του 2021 και 13,6% το δ’ τρίμηνο του 2020, αντανακλώντας την οργανική μείωση ΜΕΑ καθ’ όλη τη διάρκεια της χρονιάς και την ταξινόμηση του χαρτοφυλακίου Frontier ΙΙ ως περιουσιακού στοιχείου προοριζόμενου προς πώληση.
Σημειώνεται ότι η οργανική μείωση μη εξυπηρετούμενων δανείων «άγγιξε» τα 700 εκατ. ευρώ (-200 εκατ. ευρώ το δ’ τρίμηνο του έτους), αντανακλώντας την αυξημένη αποκατάσταση της τακτικής εξυπηρέτησης δανείων (curings) και την πολύ καλύτερη «συμπεριφορά» των δανείων που βγήκαν από τα μορατόρια, καθώς 14 μήνες μετά τη λήξη τους και παρά τη λήξη των μέτρων στήριξης, το ποσοστό αθέτησης πληρωμών ήταν κάτω του 4%.
