Αποθέωση του νομοσχεδίου και του κυβερνητικού έργου από τον πρωθυπουργό εντός της Ολομέλειας, με τον Κυριάκο Μητσοτάκη να επιμένει στην μαγική εικόνα που παρουσιάζει το Μαξίμου και να υιοθετεί πλήρως την τιμωρητική ρητορική Χατζηδάκη κατά των ανέργων.
Ο πρωθυπουργός δεν φαίνεται να έριξε ούτε μια ματιά στο χθεσινό Ευρωβαρόμετρο-κόλαφο για την κυβέρνηση, ούτε στις πρόσφατες δημοσκοπήσεις και για τον λόγο αυτό υποστήριξε ότι «παρά τις μεγάλες δυσκολίες, τα στοιχεία δείχνουν ότι η προσπάθειά μας πιάνει τόπο. Από το καλοκαίρι 2019 μέχρι το Φεβρουάριο 2022 η ανεργία έπεσε από το 17,2% στο 12,8%».
Η ομιλία του ήταν διανθισμένη με αναφορές στη ρήση του Φρανκλίνου Ρουσβελτ ότι «Καμία χώρα στον κόσμο όσο πλούσια κι αν είναι δεν μπορεί να αντέξει τη σπατάλη του ανθρώπινου δυναμικού της».
Αφού εξέφρασε την ενόχλησή του για το γεγονός ότι στην αίθουσα δεν υπήρχαν πολλοί βουλευτές, κάνοντας ειδική αναφορά προς τα έδρανα του ΚΙΝ.ΑΛΛ., ο πρωθυπουργός επιτέθηκε στην αντιπολίτευση, κατηγορώντας την για «πολύ απαισιόδοξες προβλέψεις ότι η πανδημία θα οδηγούσε σε έκρηξη απολύσεων και άνοδο της ανεργίας» «διαψεύστηκαν προς όφελος των εργαζόμενων διότι η κυβέρνηση της ΝΔ έσπευσε να στηρίξει πρώτα και πάνω από όλα τον κόσμο της εργασίας».
Αναφερόμενος ειδικότερα στο νομοσχέδιο είπε πως έρχεται να ξαναβάλει στον πυρήνα της πολιτικής μας τη διασύνδεση μεταξύ των αναγκών των επιχειρήσεων και της προσφοράς εργασίας από την ελληνική αγορά. «Πρέπει να συνδέσουμε τη ζήτηση της αγοράς με την προσφορά εξειδικευμένων υπηρεσιών, να παρέχουμε σύγχρονες δεξιότητες, να διακρίνουμε και τους αληθινούς ανέργους, αυτούς που έχουν ανάγκη ουσιαστικής κρατικής αγοράς. Να το κάνουμε ώστε οι δημόσιοι πόροι να μη σπαταλώνται οριζόντια σε επιδόματα αλλά στοχευμένα» σημείωσε.
Παράλληλα, σε μια ακατανόητη κίνηση, ο Κ. Μητσοτάκης ανακοίνωσε… για πολλοστή φορά το μέτρο αύξησης του κατώτατου μισθού από την 1η Μαίου 2022, ενώ αίσθηση και σχόλια προκάλεσε το γεγονός ότι ο πρωθυπουργός δεν είπε ούτε μια λέξη για την τροπολογία-Χατζηδάκη για τις συντάξεις fast track.
Ανάμεσα σε άλλα, ο πρωθυπουργός συνέχισε στον προσβλητικό τόνο που χρησιμοποίησε και ο υπουργός Εργασίας, μιλώντας για επαγγελματίες ανέργους και υποψήφιους χωρίς δεξιότητες, για να πετάξει, εμμέσως, το μπαλάκι της ανεργίας στους ίδιους τους… ανέργους και να πει πως υπάρχουν επιχειρηματίες που διαμαρτύρονται πως δεν βρίσκουν εργαζόμενους.
Σε άλλο σημείο της ομιλίας του είπε ότι «Όλοι έχουν δικαιώματα και υποχρεώσεις. Είναι πρωτίστως προς τον εαυτό τους. Οφείλουν να κινητοποιηθούν και να ενταχθούν στον κόσμο της εργασίας».
Φυσικά, ο Κυριάκος Μητσοτάκης, όπως άλλωστε είναι και το πνεύμα του σημερινού νομοσχεδίου, δεν αναφέρθηκε στους μισθούς πείνας και τις εξαιρετικά δυσμενείς εργασιακές συνθήκες σε αρκετούς κλάδους.
Κλείνοντας, ο κ. Μητσοτάκης απευθύνθηκε στην αξιωματική αντιπολίτευση, η οποία «απέφυγε επιμελώς να μπει στην ουσία της συζήτησης» και «καταφεύγει σε ψεύτικες καταγγελίες». «Θα αρκούσε να επικαλεστώ πού ήταν η ανεργία πριν 3 χρόνια. Πού βρίσκεται τώρα. Μη με αναγκάζετε να υπενθυμίσω τις προβλέψεις σας πού θα ήταν η ανεργία όταν ξεκίνησε η πανδημία. Συζητήστε το στο συνέδριό σας. Θέλω να σας ρωτήσω, απαντώντας στις αιτιάσεις ότι δήθεν τιμωρούνται όσοι διαγράφονται από το μητρώο του ΟΑΕΔ: Θέλετε να επιδοτούνται ως άνεργοι πρόσωπα με εισοδήματα 100.000 ευρώ; Ναι ή όχι; Ήλπιζα ότι θα ήταν εδώ ο αρχηγός σας, αλλά προφανώς είναι πολύ απασχολημένος με τις προσυνεδριακές του διαδικασίες. Καλύπτετε όσους δεν θέλουν να επιμορφωθούν; Γιατί αρνείστε αυτό που ακολουθεί όλη η Ευρώπη; Εκτός αν θέλετε αυτούς τους εργαζόμενους εξαρτημένους από τα τακτικά ή έκτακτα επιδόματα;» σημείωσε ο πρωθυπουργός και τόνισε:
«Εμείς τα βλέπουμε ως αναγκαία βοήθεια με μεταβατικό χαρακτήρα. Δεν θέλουμε μόνιμους επαγγελματίες ανέργους. Αναγνωρίζουμε ότι στη νέα δυναμική οικονομία η απόκτηση δεξιοτήτων είναι περίπου υποχρεωτική και δίνουμε αυτή την δυνατότητα. Αυτή είναι η φιλοσοφία μας που μας διαφοροποιεί από τη στάση της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Η σκληρότερη δουλειά είναι να μην έχεις δουλειά. Σήμερα δικό μας χρέος είναι να ψηφίσουμε το νομοσχέδιο αυτό και να δουλέψουμε σκληρά για να έχουν καλή δουλειά όλες οι Ελληνίδες και οι Έλληνες».
