Το κόμμα του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης «ΑΚΡ» δημιουργήθηκε στις 14 Αυγούστου 2001 ως ένα ισλαμικό κίνημα ενάντια στο κατεστημένο και την παραδοσιακή επίσημη πολιτική. Οι «αντιιμπεριαλιστικές» θέσεις και η αποκατάσταση της ελευθερίας και της δημοκρατίας μπήκε ως ένα κύριο κεφάλαιο στο πρόγραμμα του κόμματος.
Το πρόγραμμα ακόμα εγγυόταν ότι θα εξασφαλίσει την ελεύθερη λειτουργία των αγορών και θα μείνει πιστό στους κανόνες του φιλελευθερισμού. Ο κόσμος που είχε υποφέρει κάθε δέκα χρόνια απ’ τη χούντα και τα αυταρχικά καθεστώτα, παρακολουθούσε με συμπάθεια την πορεία του συγκεκριμένου κόμματος. Το ίδιο βεβαίως και οι βιομήχανοι εφόσον εμφανιζόταν ως εγγυητής των απαιτήσεων τους.
Στις αρχές του 2000 σε όλο τον κόσμο επικρατούσε ο αέρας του φιλελευθερισμού και οι τεράστιες εξαγωγές του κεφαλαίου. Σχεδόν σε όλον τον κόσμο ήταν σε εφαρμογή οι ιδιωτικοποιήσεις και οι επιθέσεις ενάντια σε κάθε κατάκτηση του εργαζόμενου κόσμου. Η Τουρκία ήταν μέσα στα προγράμματα του ΔΝΤ και της Παγκόσμιας Τράπεζας που έδινε νέες δυνατότητες στους κεφαλαιούχους που απαιτούσαν μεγάλες αλλαγές από το ασφαλιστικό μέχρι εργασιακούς νόμους.
Το στοίχημα του Ερντογάν ήταν το σπάσιμο των παραδοσιακών δεσμών και η ανασυγκρότηση του συστήματος όπως επιθυμούσε το κεφάλαιο. Αυτό το χρονικό διάστημα συνέπιπτε ταυτόχρονα με το αμερικάνικο δόγμα της «Μεγάλης Μέσης Ανατολής». Σύμφωνα με το δόγμα αυτό καμιά τριανταριά χώρες ήταν στόχοι, ενώ κάποιες άλλες όπως η Τουρκία αποτελούσαν στρατηγικό σύμμαχο. Η Αμερική μ’ αυτό το δόγμα στόχευε σε μία νέα τάξη στην περιοχή. Και την ίδια κατεύθυνση είχε η Γερμανία, Αγγλία, Γαλλία κ.λπ.
Το δόγμα αυτό ήταν κομμένο και ραμμένο για τον Ερντογάν που ερχόταν σε σύγκρουση με την παραδοσιακή επίσημη πολιτική του τουρκικού καθεστώτος και τον τουρκικό στρατό. Ο Ερντογάν ως εκπρόσωπος του ισλαμικού κινήματος έδινε όρκους ότι θα μείνει πιστός σ’ αυτό το δόγμα.
Μαζί μ’ αυτούς τους παράγοντες και η οικονομική κρίση που είχε επηρεάσει βαθιά τις λαϊκές οικογένειες της μικρής παραγωγής και των εργαζομένων ευνόησαν τον Ερντογάν και του άνοιξαν το δρόμο της εξουσίας. Τα πρώτα χρόνια οι βιομήχανοι ικανοποιήθηκαν σε όλα τα κύρια αιτήματά τους, ιδιωτικοποιήσεις, κρατική εγγύηση στις επενδύσεις, αλλαγές στο ασφαλιστικό, εργασιακό κ.ά.
Η εισβολή της Αμερικής στο Ιράκ και οι παρεμβάσεις στην ευρύτερη περιοχή δυνάμωσαν τα ισλαμιστικά κινήματα. Ο αντιιμπεριαλισμός και οι στάσεις των λαών ενάντια στις εισβολές και παρεμβάσεις πήραν τη μορφή του ισλαμικού ξεσηκωμού. Μετατράπηκαν σε κινήματα πολιτικού ισλάμ που καλούσε σε τζιχάντ ενάντια των «άπιστων δυνάμεων». Η έλλειψη της σύγχρονης εργατικής τάξης και η έλλειψη της παράδοσης ταξικών αγώνων και στάσεων βοήθησε αρκετά αυτά τα ισλαμιστικά κινήματα. Το πολιτικό ισλάμ βρήκε σάρκα και οστά και η σαρία διεκδίκησε την εξουσία. Τα κινήματα αυτά δυναμώθηκαν ακόμα περισσότερο την εποχή της «αραβικής άνοιξης». Ο σκοπός του ξεσηκωμού και η κατάντια αποτέλεσαν κυριολεκτικά παράδοξο. Ο αναβρασμός των λαών βγήκε απ’ την κατεύθυνσή του ακόμα περισσότερο με την ενδυνάμωση των ισλαμιστικών κινημάτων.
Η κυβέρνηση του Ερντογάν αυτό το χρονικό διάστημα καλλιέργησε μία συστηματική πολιτική παντουρκισμού και πανισλαμισμού. Η ψευτοπαλικαριά του Ερντογάν ενάντια στο Ισραήλ και τις ξένες παρεμβάσεις βρήκε ακόμη περισσότερη συμπάθεια μέσα στον τουρκικό και αραβικό λαό. Τα «δάκρυά» του για τις γενοκτονίες των Κούρδων, των Παλαιστινίων και των “αδικιών” ήταν ένα απ’ τα κύρια χαρακτηριστικά του που τον ξεχώριζε απ’ τους συνηθισμένους ηγέτες. Τη δεκαετία του 2010 έγινε πιο ισχυρός εφόσον γύρω του μαζεύτηκαν αρκετοί νέοι δισεκατομμυριούχοι με την οικονομική πολιτική του και η συσσώρευση του κεφαλαίου έφτασε αρκετά ψηλά. Οι νέοι βιομήχανοι δεν άργησαν σε πολλούς τομείς της οικονομίας να έρθουν σε ρήξη με τους παραδοσιακούς καπιταλιστές.
Στη χώρα δημιουργήθηκαν άλλα τρία σωματεία βιομηχάνων και συνολικά έγιναν τέσσερα. Τα σωματεία αυτά ανήκαν στους παραδοσιακούς κεμαλιστές καπιταλιστές, στον στρατό-απόστρατους, στους γκιουλενιστές και στον Ερντογάν. Ο Ερντογάν και ο Γκιουλέν στην ουσία κυβερνούσαν μαζί. Κάποια Υπουργεία ήταν υπό τον έλεγχο του Γκιουλέν και η συμμαχία αυτή συνεχίστηκε ομαλά μέχρι να έρθουν σε ρήξη τα συμφέροντά τους. Το κύριο πρόβλημα μεταξύ τους ήταν ο οικονομικός ανταγωνισμός και ποιος θα είχε το πάνω χέρι στην εκτελεστική εξουσία.
Το ΣΕΒ των γκιουλενιστών έφτασαν τα 150 δις δολάρια εξαγωγών μέσα σ’ ένα χρόνο και έλεγχαν τράπεζες, τον τομέα της υγείας, την παιδεία και ιδιαίτερα τον κατασκευαστικό κλάδο.
Αυτή την περίοδο ο Ερντογάν είχε ξεκινήσει τη διαπραγμάτευση με το κουρδικό κίνημα και έδειχνε ότι είναι αποφασισμένος να λύσει το κουρδικό. Ο σκοπός του ήταν να δυναμώσει ακόμα περισσότερο και μέσα στις κουρδικές λαϊκές μάζες για ανάχωμα και να οργανώσει ταυτόχρονα γύρω απ’ το κόμμα του τους τούρκους φιλελεύθερους που επηρεαζόντουσαν απ’ τον λαϊκισμό του Ερντογάν.
Το 2015 όμως οι τριβές με τους γκιουλενιστές έφτασαν στο αποκορύφωμα λόγω της επιχείρησης του Ερντογάν ενάντια στις δυνάμεις του Γκιουλέν και τελικά ο Γκιουλέν έκανε απόπειρα πραξικοπήματος με τη συνεργασία των κεμαλιστών και μία μερίδα του στρατού. Όμως δεν τα κατάφερε. Ο Ερντογάν το θεώρησε ως «δώρο του Θεού» και τη μετέτρεψε σε πραξικόπημα. Εξαπέλυσε επιθέσεις προς κάθε κατεύθυνση και την λαϊκή και κουρδική αντιπολίτευση. Προχώρησε σε ξεκαθάρισμα στο στρατό, στο δικαστικό σώμα, στην αστυνομία ενώ παράλληλα διόρισε επιτρόπους σε όλες σχεδόν τις εταιρίες, τράπεζες, ΜΜΕ και σε λίγο χρονικό διάστημα άρχισε να ασκεί τρομοκρατία και απαγορεύσεις ενάντια στο κουρδικό κίνημα, την αριστερά και σε οποιονδήποτε προοδευτικό που βρισκόταν στην αντιπολίτευση.
Όλα αυτά δεν αρκούσαν στην ισχυρή πτέρυγα των νέων καπιταλιστών του Ερντογάν. Απαιτούσαν τον πλήρη έλεγχο του κράτους, αλλαγή του συντάγματος και στη συνέχεια του πολιτεύματος. Με την αλλαγή του πολιτεύματος ξεκίνησε μία νέα περίοδος και ο Ερντογάν έγινε κυριολεκτικά «σουλτάνος». Στο νέο πολίτευμα η Βουλή είναι σχεδόν ανύπαρκτη και οι υπουργοί δεν είναι βουλευτές και διορίζονται απ’ τον «πρόεδρο». Οι διορισμοί στην εκτελεστική και δικαστική εξουσία γίνονται απ’ τον «πρόεδρο». Και το πιο χαρακτηριστικό αυτού του πολιτεύματος είναι ότι η χώρα κυβερνάται απ’ τον «σουλτάνο» με προεδρικά διατάγματα. Ακόμα και η απόφαση κήρυξης πολέμου με άλλη χώρα ή επιστράτευση, η υπογραφή μιας διεθνούς συμφωνίας ή η χώρα να βγει από μια διεθνή συμφωνία ανήκει στον πρόεδρο.
Με λίγα λόγια και στα εσωτερικά και στα εξωτερικά ζητήματα ότι βγαίνει απ’ τα χείλη του προέδρου είναι νόμος. Αυτή τη στιγμή με προεδρικά διατάγματα οι εκλεγμένοι, όπως βουλευτές και δήμαρχοι, βρίσκονται στις φυλακές και στις θέσεις τους έχουν διοριστεί επίτροποι στα δημαρχεία. Καθηγητές ανώτερων σπουδών, συνδικαλιστές, εκπρόσωποι μη κυβερνητικών οργανώσεων, δημοσιογράφοι, φοιτητές κ.λπ. βρίσκονται στη φυλακή ή έχουν απολυθεί με προεδρικά διατάγματα. Με λίγα λόγια οποιαδήποτε είδος αντιπολίτευσης διώκεται ποινικά και τιμωρείται παραδειγματικά. Ακόμα και στα ηλεκτρονικά κοινωνικά δίκτυα. Για παράδειγμα, τα τελευταία πέντε χρόνια έχουν κινηθεί δικαστικές διαδικασίες εναντίον 160.000 ατόμων ή οργανισμών «λόγω προσβολής» εναντίον του Ερντογάν ή των δυνάμεών του.
Ο εθνικισμός, ρατσισμός και θρησκευτικός φανατισμός που καλλιεργείται πηγαίνει παράλληλα με την κρατική βία και τρομοκρατία. Σήμερα υπάρχουν χιλιάδες θρησκευτικά ιδρύματα στο σύστημα παιδείας και δεκάδες χιλιάδες παιδιά από τεσσάρων χρονών αντί να πάνε στο νηπιαγωγείο πάνε στα ιδρύματα του Κορανίου.
Οικονομική, πολιτική και κοινωνική πορεία της Τουρκίας
Πολλοί αναρωτιούνται πώς στην τουρκική κοινωνία βρίσκουν έδαφος συντηρητικές, φασιστικές, θρησκευτικές πολιτικές ή πως έχουν τόση μεγάλη διάρκεια τα χουντικά ή αυταρχικά καθεστώτα. Η πολιτική και πολιτισμική συνείδηση του τουρκικού λαού πώς δεν μετατρέπεται σε χείμαρρο για την ελευθερία και δημοκρατία; Μπορούμε να θέσουμε ακόμα εκατοντάδες ερωτήματα τέτοιας φύσης. Φυσικά όμως όλες οι ερωτήσεις έχουν μία βάση. Καταρχάς, πρέπει να κάνουμε μία ιστορική αναδρομή.
Η Τουρκία είναι μία χώρα που μοιάζει μ’ ένα κουβάρι με χίλιες δύο άκρες και κόμπους. Το ξετύλιγμά του είναι πάρα πολύ δύσκολο. Οι αντιφάσεις που υπάρχουν δεν περιορίζονται μόνο σε κοινωνικές, πολιτικές ή οικονομικές. Εθνικές, θρησκευτικές, πολιτισμικές, ταξικές και πολλά άλλα όπως κεμαλισμός και συντηρητισμός, αλεβίτες και σουνίτες, αιρέσεις μέσα στους σουνίτες, ζήτημα μειονοτήτων, όλα αυτά αποτελούν τη σύνθεση του κουβαριού που προαναφέραμε.
Η Οθωμανική αυτοκρατορία απ’ τους ιστορικούς, πολιτικούς και κοινωνικούς επιστήμονες είχε θεωρηθεί φυλακή των λαών, πράγμα που σημαίνει ταυτόχρονα φυλακή των πολιτισμών. Αυτή η παράδοση ακόμα επικρατεί μέχρι σ’ ένα βαθμό. Όμως με διαφορετικές μορφές έχει προσαρμοστεί στις σημερινές συνθήκες. Η δημιουργία της σύγχρονης τουρκικής δημοκρατίας απ’ τον Κεμάλ το 1923 ήταν αποτέλεσμα των συγκυριών που επικρατούσαν στον κόσμο και όχι αποτέλεσμα μίας εθνικής και κοινωνικής απαίτησης.
Η κρίση του 1929 στον κόσμο μετέτρεψε το καθεστώς του Κεμάλ σε φασιστική δικτατορία. Ο κεμαλισμός δεν ήταν αποτέλεσμα των κοινωνικών εξελίξεων και των συγκρούσεων μεταξύ των δυνάμεων παραγωγής και των σχέσεων παραγωγής. Δηλ. αντικαταστάθηκε η Οθωμανική αυτοκρατία από «μία δημοκρατία» που σχεδόν σε όλα τα κοινωνικά ζητήματα ήταν συντηρητική και φασιστική. Οι αλλαγές του Κεμάλ δεν έφεραν ριζικές αλλαγές ιδιαίτερα στην ιστορική πορεία της Τουρκίας και περιορίστηκαν σε κάποιες μεταρρυθμίσεις όπως στο ντύσιμο, τη γλώσσα, την παιδεία κ.λπ. Δηλ. τα κύρια ζητήματα παρέμεναν όπως ακριβώς στην Οθωμανική αυτοκρατορία και ίσως και χειρότερα όπως π.χ. το κουρδικό ζήτημα. Τα κύρια ζητήματα αντιμετωπίστηκαν με κρατική βία, γενοκτονίες, στρατιωτικές επιχειρήσεις και συντηρητική πολιτική. Το κεμαλικό καθεστώς και η ιδεολογία συνέχισε την ιστορική πορεία της χώρας ως φυλακή των εθνών και μειονοτήτων.
Μεταξύ 1925 και 1940 το καθεστώς θωρακίστηκε με φασιστικούς νόμους . Τα προοδευτικά κινήματα και τα αιτήματα συντρίφτηκαν βάναυσα με την κατηγορία του διαμελισμού της «σύγχρονης τουρκικής δημοκρατίας» και θεωρήθηκαν εχθρικές πράξεις. Από κει και πέρα η πορεία της χώρας είναι στην ουσία η πορεία των χουντικών καθεστώτων. Κάθε δέκα χρόνια έγιναν πραξικοπήματα όπως το 1960, ’70, ’80 και ενδιάμεσα έγιναν πολλές αλλαγές που στην ουσία μπορούν να θεωρηθούν και αυτά πραξικοπήματα όπως το τελευταίο που έκανε ο Ερντογάν το 2015. Η απόπειρα πραξικοπήματος μετατράπηκε σε πραξικόπημα απ’ τον Ερντογάν. Στη διάρκεια όλων των χουντικών καθεστώτων άλλαξαν ξανά και ξανά το σύνταγμα κομμένο και ραμμένο ανάλογα με τις απαιτήσεις των τουρκικών αστικών τάξεων.
Οι μεγάλες κοινωνικές κατακτήσεις στη Δύση δημιούργησαν έναν πολιτισμό πολιτικής συνείδησης γύρω απ’ την ελευθερία και δημοκρατία που όμως δεν βρήκε το ίδιο έδαφος στην Τουρκία. Μία περιορισμένη κοινωνική συνείδηση δημιουργήθηκε χωρίς όμως κατακτήσεις. Αυτό το χαρακτηριστικό ήταν μία απ’ τις κύριες αδυναμίες των προοδευτικών κινημάτων. Δηλ. οι κυρίαρχες τάξεις όποτε θέλανε δίνανε και όποτε ήθελαν έπαιρναν πίσω.
Όλα αυτά τα χαρακτηριστικά οδηγούν σε αυτή την πραγματικότητα: Η τουρκική κοινωνία ποτέ δεν έζησε κάτω από δημοκρατικό καθεστώς και ποτέ δεν δημιουργήθηκε μία δημοκρατική παράδοση που να οδηγεί την κοινωνία στην πολιτική συνείδηση ως ένα πολιτισμικό αγαθό. Γι’ αυτό οι κυρίαρχες τάξεις μπόρεσαν με βία και συντηρητική προπαγάνδα όπως εθνικιστική και θρησκευτική να αποκτήσουν σχετικά εύκολα μια κοινωνική βάση.
Η απουσία μεγάλων κοινωνικών αναταραχών με απαίτηση τη δημοκρατία και ελευθερία βοήθησε τον κεμαλισμό να είναι πάντα ένα ισχυρό και δυνατό όπλο στα χέρια των αστικών τάξεων. Παράλληλα, η έλλειψη του αστικού πολιτισμού και η συνειδητή καλλιέργεια του εθνικισμού και του θρησκευτικού φανατισμού με τη σύνθεση της σημερινής τεράστιας προπαγάνδας του καπιταλιστικού συστήματος θολώνει περισσότερο την πολιτική συνείδηση των μαζών και τον αποπροσανατολισμό τους.
Η Τουρκία είναι μία καπιταλιστική χώρα, μάλιστα με περιορισμένα στοιχεία βαριάς βιομηχανίας. Όμως οι κοινωνικές σχέσεις και ο τρόπος της καθημερινής ζωής και αντίληψης είναι αρκετά υπό την επήρεια των φεουδαρχικών, θρησκευτικών εθνικιστικών και αυταρχικών αντιλήψεων. Δηλ. στην παραγωγή και κατανάλωση επικρατούν καπιταλιστικές σχέσεις όμως στην κοινωνική ζωή υπάρχουν έντονα φεουδαρχικά στοιχεία. Όπως τα θρησκευτικά σχολεία, που απ’ τη μία μεριά εκατοντάδες χιλιάδες παιδιά πηγαίνουν σ’ αυτά τα σχολεία και απ’ την άλλη, γίνεται τεράστια εκμετάλλευση της παιδικής εργασίας.
Σύμφωνα με το Ισλάμ απαγορεύεται ο τόκος, όμως μία απ’ τις πιο ισχυρές βάσεις του καπιταλισμού είναι το τραπεζικό σύστημα. Τελευταία ο όρος του «τόκου» έχει καταργηθεί και χρησιμοποιείται ο όρος συμμετοχή. Το Ισλάμ βλέπει τη γυναίκα κατώτερη απ’ τον άντρα αλλά οι γυναίκες αποτελούν μεγάλη εργατική δύναμη στην παραγωγή με μεσαιωνική εκμετάλλευση.
Ο Ερντογάν απ’ τη μία μεριά λέει πως «ο προσανατολισμός μας είναι η ΕΕ», απ’ την άλλη, ότι «εάν αυτοί έχουν ευρώ εμείς έχουμε τον Θεό». Στην ουσία, η κυβέρνηση του Ερντογάν είναι μία διαφορετική μορφή του ISIS που κυβερνά την Τουρκία. Μπορεί να ακουστεί περίεργο όμως στην Τουρκία τα ισλαμικά βακούφια που δυνάμωσαν ακόμα περισσότερο επί καθεστώτος Ερντογάν ξεκίνησαν να πουλήσουν οικόπεδα στον παράδεισο. Επίσης δολοφονούνται χιλιάδες γυναίκες κάθε χρόνο λόγω μη συμμόρφωσης θρησκευτικών και κοινωνικών παραδόσεων. Φοβερίζουν τον κόσμο λέγοντας ότι όσοι δεν κάνουν προσευχή ναμάζ ο Αλλάχ θα τους βάλει στον άλλο κόσμο να προσευχηθούν πάνω σε αναμμένα κάρβουνα. Ή όποιος μένει πιστός στο Ισλάμ στον άλλο κόσμο καθημερινά θα έχει 70 γυναίκες στο χαρέμι του.
Με λίγα λόγια το πολιτικό Ισλάμ δεν μένει ως ένας παράγοντας πίστης αλλά διεκδικεί την εξουσία όπως χιλιάδες χρόνια πριν. Και το χαρακτηριστικό του καθεστώτος του Ερντογάν είναι αυτό. Δηλ. ναι στην καπιταλιστική οικονομία όχι όμως στη σύγχρονη κοινωνική συνείδηση και ταξικές απαιτήσεις. Η αντίθετη πολιτική σ’ αυτό το δόγμα συντρίβεται με βία και αίμα.
Η ουσία λοιπόν είναι ότι η έλλειψη αστικού πολιτισμού και η συνειδητή καλλιέργεια του εθνικισμού και θρησκευτικού φανατισμού σε σύνθεση με την προπαγάνδα του καπιταλιστικού συστήματος θολώνει περισσότερο την πολιτική συνείδηση και όπου δεν πιάνει τόπο αυτή η φόρμουλα ανεβάζουν στη σκηνή τον αυταρχισμό, τη βία και την κρατική τρομοκρατία.
Θα φύγει ο Ερντογάν;
Η κυβέρνηση του Ερντογάν επενδύει συνεχώς στη μαύρη προπαγάνδα και τον αυταρχισμό για να μπορέσει να συνεχίσει την πορεία της. Όμως, η οικονομική κρίση, οι εσωτερικές και εξωτερικές εξελίξεις, φτώχεια, ανεργία και η ωμή διαφθορά έχει δημιουργήσει μία σοβαρή αντίδραση μέσα στις μάζες. Είναι μία πραγματικότητα ότι παρόλες τις αρνητικές επιπτώσεις, ο Ερντογάν και η κυβέρνησή του έχουν ακόμα ένα σημαντικό ποσοστό στην κοινωνία. Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι στις εκλογές που θα γίνουν το 2023 ο Ερντογάν και οι συνεταίροι του Γκρίζοι Λύκοι δεν θα καταφέρουν να σχηματίσουν κυβέρνηση.
Όμως η ουσία των συζητήσεων στην Τουρκία και το Κουρδιστάν είναι αν θα φύγει ο Ερντογάν σε μία ενδεχόμενη ήττα. Οι δηλώσεις του μέχρι στιγμής δείχνουν ότι δεν θα φύγει. Γι’ αυτό ήδη έχει ξεκινήσει αλλαγές σε πολλές νομοθεσίες που ο ίδιος είχε περάσει απ’ τη Βουλή. Και τώρα ξανά αλλάζει τους νόμους αυτούς ώστε να είναι κομμένοι και ραμμένοι στις σημερινές συνθήκες, όπως ο εκλογικός νόμος.
Υπάρχει και μία περίπτωση να μην γίνουν καν εκλογές. Σύμφωνα με το νέο προεδρικό πολίτευμα, ο Ερντογάν έχει δικαίωμα ακόμα και με ένα προεδρικό διάταγμα να αναστείλει τις εκλογές. Υπάρχουν πολλές αφορμές. Μπορεί να υποστηρίξει ακόμα ότι λόγω των πολέμων και την όξυνση των προβλημάτων κινδυνεύει η εθνική ασφάλεια και σ’ αυτές τις συνθήκες δεν μπορεί η χώρα να πάει σε εκλογές. Ή να κάνει εκλογές τελείως νοθευμένες ή να ανοίξει κατά μέτωπο ένα πόλεμο προς κάθε κατεύθυνση της αντιπολίτευσης και να μαγειρεύει μόνος, να φάει μόνος του.
Φυσικά όλα αυτά εάν θα γίνουν εφικτά ή όχι εξαρτάται απ’ τον αγώνα του κουρδικού και τουρκικού λαού. Είναι μία πραγματικότητα ότι υπάρχει ένας ηρωικός αγώνας σ’ όλη την επικράτεια της Τουρκίας και του Κουρδιστάν, παρόλη τη βία και την κρατική τρομοκρατία, τις απαγορεύσεις και τη μαύρη προπαγάνδα, οι μάζες υψώνουν τη φωνή τους για δημοκρατία και ελευθερία. Γίνεται μία σημαντική προσπάθεια στην αριστερά για τη δημιουργία ενός μετώπου που θα αντισταθεί και θα διεκδικήσει.
*Ανταποκριτής της ημερήσιας εφημερίδας Evrensel που διατίθεται στην Τουρκία
