Θεωρητικά ο Παναθηναϊκός ξεκινάει την επικείμενη μάχη των πλέι οφ για τα ευρωπαϊκά εισιτήρια από τη χειρότερη αφετηρία. Υπολείπεται βαθμολογικά της ΑΕΚ και του Αρη τέσσερις και τρεις πόντους αντίστοιχα και είναι ανύπαρκτος και αβοήθητος παρασκηνιακά.
Τούτο όμως δεν σημαίνει ότι δεν υφίστανται «πράσινα» πλεονεκτήματα, ούτε μπορεί να θεωρηθεί χαμένος από χέρι. Ισα ίσα. Κατ’ αρχάς το μεγαλύτερο πλεονέκτημά του είναι ότι δεν έχει αλλάξει προπονητή. Υπάρχει σταθερότητα στα αποδυτήρια και ξεκάθαρη αγωνιστική ταυτότητα, μία παράμετρος που μόνο αμελητέα ποσότητα δεν αποτελεί.
Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι στο πρώτο μισό της σεζόν τα σκαμπανεβάσματα του Παναθηναϊκού ήταν (φυσιολογικά) πολύ μεγαλύτερα σε σχέση με τον δεύτερο γύρο, παρότι παρέμεινε η κοινή συνισταμένη της αδυναμίας στα εκτός έδρας ματς και δη σε αυτά της επαρχίας. Είναι δεδομένο ωστόσο ότι η «ταυτότητα» του Παναθηναϊκού από τον Γιοβάνοβιτς υφίσταται σε πολύ μεγαλύτερο εύρος σε σύγκριση με τους ομολόγους του στους πάγκους της ΑΕΚ και του Αρη.
Επιπλέον παίκτες-κλειδιά του Παναθηναϊκού πέρασαν το απαιτούμενο στάδιο προσαρμογής, με πρώτο τον Σεμπαστιάν Παλάσιος που αποκτήθηκε στο τέλος των καλοκαιρινών μεταγραφών, αλλά και τον Γκατσίνοβιτς που φόρεσε την πράσινη φανέλα τον Ιανουάριο και μαθαίνει ολοένα και περισσότερο την ομάδα, το πρωτάθλημα και τους συμπαίκτες του.
Συν τοις άλλοις κομβικοί παίκτες που άργησαν να ενσωματωθούν, όπως ο Σένκεφελντ και ο Κουρμπέλης, αποτελούν πλέον ενεργά μέλη του ρόστερ, ενώ πέρασε και το διάστημα «αναγέννησης» παικτών όπως ο Βιγιαφάνιες και ο Αϊτόρ που έπρεπε να συνέλθουν από την περσινή κακοποίηση των αποδυτηρίων.
Το βάθος μιας ομάδας άλλωστε μετράει… διπλά στους δέκα αγώνες του μίνι πρωταθλήματος των πλέι οφ, όπως έχει δείξει η Ιστορία, όπως ρόλο παίζει η καλή φυσική κατάσταση ως απόρροια των συνεχόμενων αγώνων (κόπωση, τραυματισμοί, τιμωρίες) που εμπεριέχονται σ’ αυτά.
Σημαντικό είναι και το σκέλος της ψυχολογικής και αγωνιστικής προετοιμασίας για τα πρώτα ματς των πλέι οφ καθώς επίσης και η αξιοποίηση της έδρας.
