Η ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΗΜΕΡΑ ποίησης συμπίπτει με την εαρινή ισημερία. Φέτος όμως το χιονόνερο μαστίγωνε την Αθήνα, οπότε ανακρούω πρύμναν και αφιερώνω τη στήλη στον χειμώνα, αντί την άνοιξη, αρχίζοντας από τον άκρως επίκαιρο στίχο του Κωστή Παλαμά: Στην αργατιά, στη χωρατιά το χιόνι, η γρίπη, η πείνα, οι λύκοι,/ ποτάμια, πέλαγα, στεριές, ξολοθρεμός και φρίκη./ Χειμώνας άγριος. Κι η φωτιά, καλοκαιριά στην κάμαρά μου./ Ντρέπομαι για τη ζέστα μου και για την ανθρωπιά μου.
ΧΕΙΜΕΡΙΝΑ ΣΤΑΦΥΛΙΑ Tης πήραν τα παιγνίδια και τον εραστή της. Εσκυψε λοιπόν το κεφάλι και παρ’ ολίγον να πεθάνη. Mα τα δεκατρία ριζικά της σαν τα δεκατέσσερά της χρόνια εσπάθισαν την φευγαλέα συμφορά. Kανείς δεν μίλησε. Kανείς δεν έτρεξε να την προστατεύση κατά των υπερποντίων καρχαριών που την είχαν ήδη ματιάξει όπως ματιάζει η μυίγα ένα διαμάντι μια χώρα μαγεμένη. K’ έτσι ξεχάστηκε ανηλεώς αυτή η ιστορία όπως συμβαίνει κάθε φορά που ξεχνιέται από τον δασοφύλακα το αστροπελέκι του στο δάσος. ΑΝΔΡΕΑΣ ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ
ΧΕΙΜΩΝΑΣ Τι ωραία που μαραθήκαν τα λουλούδια/ τι τέλεια που μαραθήκαν/ και αυτός ο τρελός να τρέχει στους δρόμους/ με μια φοβισμένη καρδιά χελιδονιού/ χειμώνιασε και φύγανε τα χελιδόνια/ γέμισαν οι δρόμοι λάκκους με νερό/ δυο μαύρα σύννεφα στον ουρανό/ κοιτάζονται στα μάτια αγριεμένα/ αύριο θα βγει στους δρόμους και η βροχή/ απελπισμένη/ μοιράζοντας τις ομπρέλες της/ τα κάστανα θα τη ζηλέψουν/ και θα γεμίσουν μικρές κίτρινες ζαρωματιές/ θα βγουν κι οι άλλοι έμποροι/ αυτός που πουλάει τ’ αρχαία κρεβάτια/ αυτός που πουλάει τις ζεστές ζεστές προβιές/ αυτός που πουλάει το καυτό σαλέπι/ κι αυτός που πουλάει θήκες από κρύο χιόνι/ για τις φτωχές καρδιές. ΜΙΛΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ
Ο ΧΕΙΜΩΝΑΣ ΔΑΣΚΑΛΟΣ Αλλη κίνηση δε θα κάνω πια/ γιατί ο Χειμώνας-δάσκαλος/ ποτέ του δεν με κοίταξε ακίνητος/ τόσο βαθιά/ με το ένα μάτι γκρίζο και τ’ άλλο άσπρο σαν της γάτας./ Στέκομαι επιτέλους/ το μέλλον αλλάζει πόδι μουδιασμένο/ τ’ άλλα μου μέλη/ απλές υποθήκες θανάτου./ Κοίτα, η κάμαρα/ πάλι μεταμορφώθηκε σε νύχτα/ κι η νύχτα σε κάμαρα./ Απ’ έξω το τίποτα/ λάμπει σε άσπρη δόξα! ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΑΓΓΕΛΑΚΗ-ΡΟΥΚ
ΜΑΤΑΙΗ ΑΝΑΜΟΝΗ Ενώ σε περιμένω μέρες, μήνες,/ χρόνια, μη σου πω και αιώνες./ Εσύ, ενώ ξεκινάς να με βρεις,/ δεν φτάνεις ποτέ σε μένα./ Κρύφτηκα κι εγώ σ’ ένα στίχο/ κάτω από την επικείμενη βροχή/ και περίμενα να δω πού χάνεσαι./ Φτάνεις κάθε σούρουπο/ στο σκοτεινό τοπίο της έμπνευσης/ κι αντί να μπεις και να μου παραδοθείς/ αμαρτωλή κι αθώα πρόστυχη/ ο εγωισμός σου σε γυρίζει πίσω!/ Εμένα με παίρνει ο ύπνος/ και ξημερώνομαι σταθμάρχης τρένων/ λίγο έξω από το Λιανοκλάδι/ ή στο σκοτεινό Κίελο χειμώνα καιρό/ –μένει πάντα αδιευκρίνιστο–/ στη σκοτεινή φύση των ονείρων μου! ΠΑΝΟΣ ΝΙΑΒΗΣ
