Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Κοιτώ μια φωτογραφία, αποτέλεσμα των βομβαρδισμών στην Ουκρανία. Μια βόμβα απ’ τις έξυπνες –τι ευφυολόγημα για κάτι το κακό– έχει χτυπήσει τους χώρους ενός νηπιαγωγείου. Στον τοίχο ανοίχτηκε μια τρύπα. Τα τούβλα που έπεσαν κάτω αναμείχθηκαν με τα πλαστικά χρωματιστά τουβλάκια των παιδικών κατασκευών. Μπάλες έχουν κυλήσει στην αίθουσα, καρεκλάκια αναποδογυρισμένα, σκοινιά και όργανα γυμναστικής κρέμονται δίπλα τους. Κι ένας τοίχος ολοζωγράφιστος με πουλιά. Πουλιά της άνοιξης, της ελπίδας, της ζωής, της ευτυχίας, της ειρήνης.

Το μάθημα των ημερών, που δεν έγινε στην τάξη αλλά στη ζωή, είναι ο πόλεμος. Τι να πεις σ’ αυτά τα μικρούλια μαθητούδια, πώς οι μανάδες τους εξηγούν τον αποτρόπαιο ήχο των αεροπλάνων και των βομβαρδισμών. Τι απαντάνε στο «πότε θα πάμε σχολείο;», στο «πού πάει ο μπαμπάς;» ή στο «πότε θα γυρίσει;». Τα κάπως μεγαλύτερα έντρομα ανακαλύπτουν ότι τα πολεμικά παιχνίδια του κινητού τους τηλεφώνου ήρθαν στην πόλη, στη γειτονιά, ίσως και στην αυλή τους.

Οι ήχοι των παιχνιδιών συμπλέκονται μ’ αυτούς της νέας ζωής· που έχει πόλεμο κι ό,τι φέρνει αυτός. Συγχέεται το παιχνίδι με την πραγματικότητα, γιατί ο χρόνος τους ταυτίστηκε. Αραγε θα κρύβουν τις κούκλες και τους αρκούδους κάτω από το κρεβάτι, θα τα παίρνουν μαζί τους στα υπόγεια που καταφεύγουν για προστασία; Θα προσπαθήσουν να πάρουν μαζί τους και τις γάτες ή τα ωδικά πουλιά, αν έχουν; Τι να σκέφτονται όταν αγκαλιάζουν τις μάνες, τ’ αδέρφια τους, όταν κλείνουν τ’ αυτιά τους για να μην ακούν τους πολεμικούς ήχους.

Μετά όλα θα γίνουν μνήμες πολέμου, με τα δύσκολα σημάδια στις παιδικές ψυχές. Θ’ αρχίσει ο κύκλος των αναμνήσεων, έστω κι αν αυτές πρέπει να απωθηθούν, να ξεχαστούν έως ότου σβήσουν, αν σβήσουν.

Ανοίγω το τζάμι απ’ το μικρό έπιπλο του καθιστικού. Βγάζω από μέσα το μικρό πορσελάνινο γατάκι. Το βάζω στην παλάμη μου και χάνεται, δεν είναι ούτε δυο πόντων. Είναι κάτασπρο, με καφετιά αυτάκια και δυο-τρεις βούλες χρωματιστές στην πλάτη του. Τα σπασμένα πίσω ποδαράκια του δεν του επιτρέπουν να καθίσει. Το λατρεύω, γιατί είναι το μοναδικό παιχνίδι που πήρε μαζί της η παιδούλα γιαγιά μου όταν έφυγε απ’ το χωριό της, το Ατζανόζ. Τότε, πριν από εκατό χρόνια στην Καταστροφή της Ανατολής. Δεν ξέχασε ποτέ, όπως δεν θα ξεχάσουν ποτέ τα σημερινά παιδιά το φευγιό απ’ τα σπίτια, απ’ την πατρίδα τους. Μ’ ένα γατάκι, έναν αρκούδο στην αγκαλιά θα αποδιώχνουν τον φόβο του πολέμου και του θανάτου. Μέχρι να ξαναπετάξουν τα πουλιά στην τάξη τους, στη ζωή τους.

* συγγραφέας, διδάκτορας Πολιτισμικής Τεχνολογίας και Επικοινωνίας