ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Γιάννης Σεφεριάδης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Μια ανέγερση μνήμης που αυθαίρετα -όπως κάθε μνήμη- έψαχνε να περαιωθεί σε αναζήτηση μιας νέας γης. Από μια άλλη προσφυγιά στο «υπόλοιπο» Αττικής, από υπόλοιπα πληγών μιας ελληνικής υπαίθρου χαρακωμένης από πληγές από χρόνια μεταπολεμικά, μετεμφυλιακά. Κοντά σε μια νέα μετανάστευση των ημερών της Μεταπολίτευσης που αναζητούσε μια «εξοχή» κοντά σε αστικά κέντρα. Στα τέλη της δεκαετίας του ’70 που ζητούσε μια νέα επικοινωνία με την ύπαιθρο, σε μια διστακτική αρχή συμφιλίωσης.

Εκεί, στην Κερατέα, ο μπαρμπα-Γιάννης «που ’ρθε από τη Σμύρνη το εικοσιδυό», χωρίς λησμονιές, τουλάχιστον όχι φανερές, και η γιαγιά Χρύσα αγόρασαν γη, χωρίς να βλέπουν στις ελιές λάδι. Οι καρποί ήταν άλλοι. Χρώματα και αρώματα που ο καθείς ακτινοβολεί σε ένα ηλιοστάσιο σε προσωπικό ουρανό. Αρχισαν να μαζεύουν πέτρες να γίνει μια γη κατηφορική, με σταθμούς, επίπεδη, με πεζούλια. Σε ισιώματα μνήμης.

Σακιά με χαλίκι, κοπριά και καψίματα με τη στάχτη να δίνει το λίπασμα, την τροφή για άλλες ρίζες. Μια γεώτρηση 80 μέτρων βάθους που βρήκε νερό γεμάτο χημικά. Μαργαρίτες, μουσμουλιές, συκιές αδίστακτες. Μια φρέζα για να οργώνει το ξηρό χώμα. Τσάπες, τσουγκράνες, ένα φορτίο με κοκκινόχωμα για να μαλακώσει το ασπρόχωμα, χωρίς απορρόφηση νερού. Φουσκάλες στα χέρια. Μια ακακία Κωνσταντινουπόλεως, πυράκανθοι, πικροδάφνες, ευκάλυπτοι, άγριες λεμονιές, δέντρα που μεγαλώνουν με πείσματα να δώσουν χαρτί για να μην ξοδεύονται οι λέξεις σε κοντές φράσεις.

Παρτέρια με γεράνια, βουκαμβίλια, αυτή η αλλοδαπή που βρήκε ταυτότητα ελληνική. Δεντρολίβανα, αμυγδαλιές, πορτοκαλιές, σε ένα φόρτο με έναν αστικό καλλωπισμό γεμάτο παραφωνίες. Πεύκα, αυτά τα αρρωστιάρικα, εύφλεκτα και κυπαρίσσια. Αυτά τα επίμονα που τρυπώνουν με οξύ το έδαφος. Αμυγδαλιές, εκείνη η γιούκα, η «εύκολη», μια κουτσουπιά. Η Μάρω να βρίσκει τα δικά της κρησφύγετα εκεί. Ο Βαγγέλης τις δικές του «αστικές» εκτονώσεις. Τα παιδιά στις δικές τους αναμονές.

Φοίνικες που μαράζωσαν από τους ξενόφερτους εισαγόμενους των Ολυμπιακών Αγώνων, από το σκαθαράκι το αλλοδαπό. Μια μιμόζα, αυτή η λαμπρή, που αδύναμη σαν κάθε όμορφη, δεν αναπτύσσει σε βάθος ριζικό όσο ψηλώνει, ευάλωτη σε ανέμους, με ανάγκη φροντίδας κλαδέματος. Ενα πλατάνι που ο Γιάννης ο νεότερος, ο αστός, φύτεψε σε περιβάλλον Αττικής. Σε μια ακόμη φωνή, παράφωνη.

Μια γεωπονία με πόνους γης σε ένα στοίβαγμα δέντρων, σε ένα λάθος όπως η γραμματική στο «Πριν το χάραμα».

Στρέμματα που κάλυπταν ένα κενό μιας γενιάς που άφησε γειώσεις για να ανέβει σε ορόφους να δώσει ή να πετάξει στην επόμενη βάρη παρελθόντων. Εκεί που «λεν π’ ανθίζουν τα, αμάν γκελ αμάν, λεν π’ ανθίζουν τα τραντάφυλλα π’ ανθίζουν τα τραντάφυλλα τα μοσχομυρισμένα».

Και μια οικία με εγγραφή σε υποθηκοφυλακείο για νομιμοποίηση χρόνου ενεστώτα. Εξήντα οχτώ τετραγωνικά μέτρα φορτωμένα, που πείσμωσαν όταν γυμνώθηκαν.

Εγραψα όσα έγραψα, σε μια «παράβαση» δημοσιογραφική. Μια προσωπική ιστορία που σε κόσμο σημερινό φαντάζει ένας αλληθωρισμός τού εγώ. Μία είναι και αυτή. Σε εποχές που ο λόγος πιέζεται να γίνει δημόσιος. Σε ένα πρόσωπο πρώτο, σκορπισμένο, ίσως γιατί δεν αντέχει στη σιωπή του.

ΥΓ. Ο κήπος, αυτά τα 4.522,45 τετραγωνικά μέτρα, και το σπιτάκι που μεγάλωσα, η «κύρια» και μόνη ιδιοκτησία μου μεταβιβάστηκε την Παρασκευή 4 Φεβρουαρίου. Σε μια πώληση μνήμης. Το γηροκόμησα με φροντίδες, θυμούς, ενοικιάσεις, αποστάσεις. Βλέπετε, ήταν η μόνη ασπόνδυλη σύνδεση με την οικογένειά μου που έχασα εδώ και χρόνια. Εφτασα 41 ετών για να καταλάβω πόσο μου λείπουν. Είχα φτιάξει, με επώνυμο βαρύ, όλα εκείνα τα εργαλεία, τους μηχανισμούς για να την κρατάω μακριά – κοντά.

Τους αγαπούσα και θα τους αγαπώ.