ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Εξετάζοντας στοιχειωδώς την πορεία της ελληνικής οικονομίας, ιδιαίτερα μετά το τέλος της τελευταίας κοινωνικοοικονομικής κρίσης (2010-2018), προκαλεί εντύπωση η παντελής έλλειψη κάθε σοβαρής συζήτησης για τη μεταρρύθμιση της αποδεδειγμένα αποτυχημένης νεοφιλελεύθερης αναπτυξιακής πολιτικής που μας οδήγησε τελικά στην ασυνήθιστα μακρόχρονη κρίση.

Η έλλειψη αυτή γίνεται ιδιαίτερα αισθητή εν όψει του γεγονότος ότι παρά την παρέλευση περίπου 12 ετών από την έναρξη της κρίσης και 3,5 ετών από την έξοδο της χώρας από τα μνημόνια, τα σημερινά βασικά κοινωνικοοικονομικά μεγέθη, όπως παρουσιάζονται επίσημα από την Εθνική Στατιστική Υπηρεσία (εθνικό εισόδημα, απασχόληση, εμπορικό έλλειμμα, δημόσιο χρέος), αντί να εμφανίζονται βελτιωμένα σε σύγκριση με τα αντίστοιχα μεγέθη που επικρατούσαν κατά την προ 12ετίας χρονική περίοδο, έχουν, παρ’ όλα αυτά, κατά πολύ χειροτερέψει.

Η οικονομικά αρνητική αυτή εξέλιξη, αν και οφείλεται στον συνδυασμό της ανταγωνιστικής αδυναμίας του εθνικού παραγωγικού συστήματος με την εφαρμοζόμενη νεοφιλελεύθερη οικονομική πολιτική, εκλαμβάνεται προφανώς και προβάλλεται αντίστοιχα ως αποκλειστικά προσωρινής διάρκειας συγκυριακό φαινόμενο. Αποδίδεται δηλαδή είτε σε λάθη και ανικανότητα των πολιτικών αντιπάλων είτε σε επιδράσεις εξωγενών παραγόντων (κλιματικές καταστροφές, πανδημία κ.λπ.).

Γι’ αυτό και, παρά τις κατά καιρούς επίσημες δηλώσεις περί της ανάγκης αναθεώρησης τόσο του παραδοσιακού παραγωγικού προτύπου όσο και της εφαρμοζόμενης αναπτυξιακής πολιτικής, αποφεύγεται εν τούτοις μέχρι τώρα από την κυβέρνηση η ανάληψη μιας συντονισμένης παρεμβατικής προσπάθειας για τη σταδιακή δομική ανασυγκρότηση και ανύψωση του ανταγωνιστικού επιπέδου της εθνικής παραγωγής.

Περιορίζεται απλώς στην παροχή κινήτρων προς Ελληνες και ξένους επενδυτές προκειμένου να καλυφθούν από τις αποφάσεις της ιδιωτικής αποκλειστικά πρωτοβουλίας τα μεγάλα επενδυτικά κενά της τελευταίας 10ετίας (κυμάνθηκαν περίπου στο 10%-12% του ΑΕΠ). Η ζοφερή αυτή κατάσταση για τη μελλοντική προοπτική αυτοδύναμης οικονομικής ανάπτυξης, που θα στηρίζεται δηλαδή σε επάρκεια ιδίων πόρων, επιδεινώθηκε τελευταία ακόμη περισσότερο με τη συνεχιζόμενη πανδημία, την επέλαση του πληθωρισμού και την τουρκική επιθετικότητα.

Αποτέλεσαν σανίδα σωτηρίας και μάννα εξ ουρανού για τη χειμαζόμενη ελληνική οικονομία η ποσοτική χαλάρωση της ΕΚΤ, η ρήτρα διαφυγής του Συμφώνου Σταθερότητας και οι χρηματικές μεταβιβάσεις των Ταμείων Ανάκαμψης, ΕΣΠΑ και ΚΑΠ. Με τη δυνατότητα δημιουργίας πρωτογενών δημοσιονομικών ελλειμμάτων (11,7 δισ. ευρώ ή 7,1% του ΑΕΠ το 2020 και 12,2 δισ. ευρώ ή 7,3% του ΑΕΠ το 2021) αντλήθηκαν και διατέθηκαν σημαντικά δανειακά κεφάλαια κατά τη διετία (2020-2021) και προβλέπεται να αντληθούν ακόμη 12 δισ. ευρώ κατά το τρέχον έτος. Αξιοποιώντας δε επικοινωνιακά την αναμενόμενη επιπλέον εισροή χρηματικών πόρων από τα ευρωπαϊκά ταμεία, η κυβέρνηση και τα ΜΜΕ έχουν επιδοθεί στην καλλιέργεια ενός κλίματος υπερβολικής εφορίας σχετικά με τις προοπτικές που διανοίγονται για την προβαλλόμενη ως βέβαιη απογείωση της ελληνικής οικονομίας και κοινωνικής ευημερίας.

Πρέπει στο σημείο αυτό να τονιστεί ότι η σημερινή κυβέρνηση, ενώ απορρίπτει κατηγορηματικά κάθε ιδεολογική σχέση με τη νεοφιλελεύθερη θεωρία, συνεχίζει, παρ’ όλα αυτά, και μετά την έξοδο από τα μνημόνια, να εφαρμόζει πιστά τα βασικά πορίσματα αυτής της θεωρίας (ιδιωτικοποιήσεις νευραλγικών τομέων της οικονομίας, κυρίως ΔΕΚΟ, περιορισμός των εργατικών δικαιωμάτων, συρρίκνωση του κοινωνικού κράτους, υποβάθμιση της δημόσιας παιδείας και υγείας, επιδείνωση της ανισοκατανομής του εισοδήματος κ.λπ.).

Απτό παράδειγμα χειροτέρευσης των όρων ζωής της πλειονότητας των Ελλήνων πολιτών είναι η κατάταξη της Ελλάδας στην προτελευταία θέση (προ της Βουλγαρίας) μεταξύ όλων των κρατών της Ε.Ε. με βάση τον πλέον πειστικό δείκτη τού κατά κεφαλήν εισοδήματος (σε όρους ισοδυναμίας αγοραστικής δύναμης). Με κατά κεφαλήν εισόδημα 18.600 ευρώ, οι Ελληνες διαθέτουν μόλις το 62% του μέσου όρου του ευρωπαϊκού κατά κεφαλήν εισοδήματος (29.700 ευρώ).

Κατά τα φαινόμενα, η κυβέρνηση δεν προτίθεται ούτε να παρέμβει ενεργά στην ανασυγκρότηση της εθνικής παραγωγής, με συνέπεια τη διατήρηση των πάγιων εμπορικών ελλειμμάτων, ούτε να αναθεωρήσει τη μέχρι τώρα ασκούμενη οικονομική πολιτική. Την προβλεπόμενη αυτή άρνηση σε συνδυασμό με την επικείμενη άρση των μέχρι τώρα νομισματικών και δημοσιονομικών διευκολύνσεων (ανάκληση της ρήτρας διαφυγής, αναθεώρηση της ποσοτικής χαλάρωσης της ΕΚΤ) θα ακολουθήσει μεταξύ των αυξημένων χρηματοδοτικών υποχρεώσεων και η επιστροφή στην επώδυνη υποχρέωση εξασφάλισης πρωτογενών δημοσιονομικών πλεονασμάτων.

Εκτιμάται τέλος ότι αν, και μετά το πέρας της πανδημίας, εξακολουθήσουν να ισχύουν οι γνωστές περιοριστικές δεσμεύσεις της Ε.Ε., η Ελλάδα θα υποχρεωθεί, υπό τη δαμόκλειο σπάθη του υπέρογκου δημόσιου και ιδιωτικού χρέους (υπολογίζεται στα 355 + 220 δισ. ευρώ συνολικά), να οδηγηθεί σε κάποιας μορφής οδυνηρή δημοσιονομική προσαρμογή. Είναι νωπές ακόμη στη μνήμη της πλειονότητας των Ελλήνων πολιτών οι τραυματικές εμπειρίες της πρόσφατης εσωτερικής υποτίμησης.

Το δυσάρεστο αυτό ενδεχόμενο μπορεί να αποφευχθεί αν υπάρξει αντίστοιχη μεταβολή της ασκούμενης αναπτυξιακής πολιτικής ή αν ευοδωθούν μερικές συζητούμενες προτάσεις θεσμικών μεταρρυθμίσεων της Ε.Ε. που ευνοούν περισσότερο τις χώρες της Νότιας Ευρώπης.

* ομότιμος καθηγητής Παν/μίου Πατρών