Ενας άνθρωπος που κοιμάται ή μήπως ένας άνθρωπος που αποτινάσσει τα τελευταία υπολείμματα ύπνου αντίκρυ στον παραλογισμό της εδραιωμένης ζωής; Οπως με το ρήμα «κοιμάμαι» αποδίδουμε μια πράξη στη φυσική κατάσταση της απραξίας, εκεί όπου η μόνη εκτυλισσόμενη πράξη είναι η βίαιη επικράτηση του ονείρου, έτσι είμαστε εξίσου ικανοί να στερήσουμε από τη βιωθείσα πραγματικότητα την επιτέλεση ενεργειών, συνιστώντας ένα είδος ξύπνιου ύπνου.
Ο Περέκ επιλέγει να αναστείλει τις μάταιες ακολουθίες των καθημερινών διεργασιών, που σφύζουν από βιασύνη, ιεράρχηση και καθορισμό, συνθέτοντας ένα «κατηγορώ» για τον άνθρωπο που ψυχορραγεί αδιάκοπα στον στίβο της ζωής, κατατρέχοντας στόχους επίπλαστους, συνθλιβόμενος από τα ασφυκτικά περιθώρια του προδιαγεγραμμένου.
Η μεθυστική βύθιση στην απραξία ενέχει κάτι το δελεαστικά χαυνωτικό, μια άξαφνη συνειδητοποίηση του παραλογισμού της ύπαρξης, στο μεσοδιάστημα των συμπληγάδων της απαρέγκλιτης δίψας για ζωή και της αποκαρδιωτικής απουσίας οδηγιών χρήσεως, της δυσαναλογίας ανάμεσα στην ύπαρξη του «εγώ» και της τρανταχτής ασημαντότητάς του σε αντιπαραβολή με το σύνολο στο οποίο ανήκει.
Ετσι, διαλέγει να αποποιηθεί τη ζωή που του διδάχτηκε κι εναποτίθεται να βουλιάξει στην αναμονή του θανάτου, ενός θανάτου που μάλλον επήλθε πρόωρα… Ολα έχουν οριστεί πριν από αυτόν γι’ αυτόν, υπό το πρίσμα της ανάγκης του ανθρώπινου γένους να κατανοήσει και να επιβληθεί στο ασύλητο μυστικό της ύπαρξης, να εφεύρει έναν εγκόσμιο σκοπό.
Οπως στη θαλερή αγκάλη του ύπνου και του σκοταδιού οι έννοιες των αντιθετικών δίπολων ματαιώνονται συμπλεκόμενες στην ονειρική υπέρβαση, ομοίως ο ήρωας επιδιώκει το ουδέτερο, την αδρανοποίηση της προτίμησης, άρα την κατάλυση δίπολων όπως νόστιμο – άνοστο, εκλεπτυσμένο – κακόγουστο, σινεμά – περίπατος, παρελθόν – μέλλον. Ο χρόνος απαξιώνεται – η παρουσία του, υφέρπουσα πια, μεταλλάσσεται σε μια παράταξη ποιοτική, στη φλυαρία μιας βρύσης που στάζει νωχελικά, στις ρωγμές του ταβανιού που βλασταίνουν τον σοβά.
Μόνο μέσω των ρωγμών του βίου του άρχεται η παρατήρηση των ρωγμών του ταβανιού, υπαρκτών λεπτομερειών που έως τότε παρακάμπτονταν επιμελώς αθώρητες από την υπερδιέγερση μιας κατάμεστης καθημερινότητας. Εφόσον, ο χρόνος παρακάμπτεται κι ο ήρωας καταδύεται σε μια πραγματικότητα απογυμνωμένη από ανθρώπους κι αλλοτινές συνήθειες, το παρελθόν αρχίζει να φαντάζει ομιχλώδες και μακρινό, το μέλλον μια ζοφερή αναμονή του τίποτα, αφού το σύμπαν εξακολουθεί να κωφεύει στις παρακλήσεις μιας αποκάλυψης της ουσίας του.
Αναπόφευκτα παρελθόν, παρόν και μέλλον συνάγονται σε μια συμφωνία ομόφωνη κι ομοιόμορφη – τα όρια μεταξύ τους διαγράφονται δυσδιάκριτα, αν όχι απόντα. Αμελώντας τις προφάσεις που προβάλλει η υποτιθέμενη εξέχουσα θέση του ατόμου στις κοινωνικές επιδιώξεις, επικεντρώνεται στη φύση αποσυναρμολογώντας τον κόσμο, ώστε να τον θαυμάσει στη μέγιστη ποικιλομορφία του κι επιχειρεί να τον ανασκευάσει μέσω της ανεπηρέαστης παρατήρησης, τον θαυμάζει σαν μια ανοίκεια ανιεράρχητη πρώτη ύλη που παραδίδεται στο βλέμμα του.
Οι προσδιορισμοί που ανακύπτουν μέσω της προαναφερθείσας επανεξέτασης του περιβάλλοντος χώρου αποκτούν χαρακτήρα θνησιγενή και όχι κατασπαρακτικά δεσμευτικό στα ασφυκτικά όρια του μόνιμου χαρακτηρισμού. Εφόσον το επιτακτικό της κοινωνίας υπαναχωρεί, καταλύονται οι αντιστοιχίσεις (π.χ. απόδοση του ύπνου συνήθως στη δικαιοδοσία της νύχτας και της ζωής βιολογικά στην ημέρα), κατά συνέπεια ο ήρωας πράττει αυτοβούλως επιδιώκοντας την περιπέτεια του ύπνου κι όχι υποταγμένος στη βιολογική ανάγκη, αποκαμωμένος.
Ενας άνθρωπος που κοιμάται βιώνει τον θάνατο εντός της ζωής, σαν τη μετέωρη παραμονή σε ένα κατώφλι, που παρέχει την προαιρετική δυνατότητα να το διαβεί, όμως μπορεί και να μην το πράξει, γεννώντας απλώς το ενδεχόμενο. Ομοίως στη ζωή περιφερόμενος, κατέχει τον αξιοποιήσιμο χρόνο, ώστε να τον διοχετεύσει σε οποιαδήποτε ασχολία, όμως παράλληλα παραμένει υπεράνω πάσας επιλογής, ακατάβλητος. Η ζωή είναι πάντα παρούσα αρκεί να παρίσταται η δυνατότητα να πράξεις.
Ο κεντρικός χαρακτήρας του βιβλίου ξεμακραίνει από τους ανθρώπους και τα ζώα, δεν αποδέχεται τη βαρύτατη κληρονομιά των προσμονών τους, το αδιάβλητο περίβλημα της ψυχής και της σκέψης τους που δεν θα κατορθώσει ποτέ να ολοκληρώσει επιτυχώς την τυμβωρυχία του. Αντ’ αυτού στρέφεται στην ενατένιση της φύσης, η οποία δεν επιζητά την προσοχή και τη φροντίδα του, δεν επικοινωνεί μαζί του παρά μόνο μέσω των αισθητηριακών του προσλαμβανουσών κι απομένει να τον περιβάλλει αγέρωχη κι ανυπέρβλητη από την έλευσή του στη ζωή.

Ο άνθρωπος που κοιμάται, όντας ένας ανάμεσα στους πολλούς της κοινωνίας, ίσως να ατενίζει τη διάκριση ως ένα όνειρο που όλο και φυραίνει κι ενδεχομένως η μοναδική αίσθηση σημαντικότητάς του να διατηρείται μέσω της ψευδαίσθησης ενός προορισμού. Παραιτούμενος, λοιπόν, ανταμώνεται με τη χαμένη του σπουδαιότητα έξω από την κοινωνία, εκεί όπου απομένει ο μόνος εκλεκτός που συλλαμβάνει τον παραλογισμό και τη ματαιότητά της.
Καταγράφει τα μοτίβα της καθημερινότητας που (θα) συνεχίζονται εν τη απουσία του, λες και υπενθυμίζει στον εαυτό του τι τον ανάγκασε να σταματήσει.
Στην κορύφωση της αδιάφορης περιφοράς στο άλλοτε οικείο καλντερίμι της συλλογικής ζωής, εκεί όπου ο φοιτητής επιχείρησε να απογυμνωθεί από την επιθυμία μέσω της άδραξης της τυχαιότητας («δεν επιλέγεις τα γεύματά σου, δεν επιλέγεις την ώρα που θα πέσεις ή τι θα διαβάσεις ή τι θα φορέσεις»), μοιάζει τελικώς να αγνοεί πως ακόμη και η τυχαία επιλογή μιας δραστηριότητας έναντι μιας άλλης εκφράζει εμμέσως μια υποσυνείδητη προτίμηση. Καθώς αναμένει επί ματαίω την προσφορά μιας αποκάλυψης από τα μύχια του κόσμου, επιπλέει σε έναν βίο δίχως εκπλήξεις, που ενδεχομένως καθιστά επακόλουθα τον θάνατο ακόμη μια αδιάφορη περίσταση, απλώς την τελευταία.
Οσο κι αν πασχίζει εντούτοις να αποκοπεί από κάθε κοινωνική συναναστροφή, η φύση του επαίτη της επαφής η οποία σιγοκαίει μέσα μας αγκιστρώνεται από την αμελητέα, φευγαλέα επαφή με τους ταξιθέτες, τους σερβιτόρους, τους παρίες της νυχτερινής ζωής, τον άγνωστο γείτονα – όλους όσοι απαρτίζουν την επανάληψη που η απρόβλεπτη τύχη ορισμένες φορές σκηνοθετεί γύρω μας σαν ένα κακόγουστο αστείο.
Ο Περέκ, σε μια πειραματική πραγματεία της ελαστικότητας των εγκόσμιων δεσμών, μας παρουσιάζει το αναπόδραστό τους, την προσφυγή του ενστίκτου της επιβίωσης σε μια ηθελημένη πλάνη, ώστε να συμφιλιώσει την ύπαρξή μας με την αδιαφορία του σύμπαντος. Κατ’ αυτή την έννοια, η απόδραση μπορεί να τελεστεί μονάχα ολιγόχρονα, σαν μια παύση που θα κουβαλά ξωπίσω της αναπόφευκτα τη συνέχεια, σχεδόν όπως η αναμονή κάτω από ένα υπόστεγο εν μέσω ξαφνικής καταιγίδας.
*Σπουδάστρια αρχιτεκτονικής
Τη σελίδα αυτήν δεν τη φτιάχνουν επαγγελματίες κριτικοί βιβλίου. Οι παρουσιάσεις είναι των ίδιων των αναγνωστών, εκείνων ακριβώς για τους οποίους γράφτηκε το βιβλίο. Είναι γραμμένες από αναγνώστες και απευθύνονται σε αναγνώστες. Και αυτό τις κάνει πιο προσωπικές, πιο προσιτές και πιο ανθρώπινες. Αν θέλετε να μοιραστείτε όσα νιώσατε διαβάζοντας ένα βιβλίο, στείλτε το κείμενό σας στο [email protected].
