Μεταξύ σφύρας και άκμονος ο προϋπολογισμός, που καλείται να ισορροπήσει ανάμεσα στις δεσμεύσεις για σφιχτή δημοσιονομική διαχείριση, προκειμένου το έλλειμμα να συγκρατηθεί στο 1% του ΑΕΠ, και τις ανάγκες για νέα πυροσβεστικά μέτρα για την αναπλήρωση των απωλειών στα εισοδήματα από τη φωτιά της ακρίβειας.
Την ίδια ώρα, οι νέες διαταραχές στη διεθνή σκηνή της ενέργειας ανοίγουν μέτωπο αναθεωρήσεων στον προϋπολογισμό, με το οικονομικό επιτελείο να επιδίδεται σε ασκήσεις επί χάρτου για νέα κύματα μέτρων-ανάχωμα στην καταιγίδα των ανατιμήσεων που θα χτυπά με σφοδρότητα τα νοικοκυριά μέχρι το φθινόπωρο. Ωστόσο, πρέπει να βρεθεί δημοσιονομικός χώρος, καθώς αδειάζει η δεξαμενή των εσόδων από το Ταμείο Ενεργειακής Μετάβασης που χρηματοδοτεί τις επιδοτήσεις για το ηλεκτρικό ρεύμα και το φυσικό αέριο και θα απαιτηθούν νέες ενέσεις ρευστότητας από τον προϋπολογισμό.
Το πρόβλημα δεν είναι ταμειακό, αλλά δημοσιονομικό, δηλώνουν αρμόδια στελέχη, εκφράζοντας την άποψη ότι «λεφτά υπάρχουν», δεδομένου ότι τα ταμειακά διαθέσιμα φθάνουν τα 40 δισ. ευρώ μετά τα 3 δισ. ευρώ που συγκεντρώθηκαν από το 10ετές, αλλά το υπουργείο Οικονομικών δεν θέλει να δώσει μήνυμα στις αγορές ότι «βάζει χέρι» στο μαξιλάρι που λειτουργεί ως «ασφάλιστρο κινδύνου» για τους επενδυτές στα ελληνικά ομόλογα αλλά και ως «αμορτισέρ» για το κόστος δανεισμού του Δημοσίου που σημειώνει εντυπωσιακή αύξηση.
Το ζητούμενο είναι τα κονδύλια να μην επηρεάσουν το έλλειμμα του προϋπολογισμού και να μην οδηγήσουν σε δημοσιονομικό εκτροχιασμό που θα βάλει την ελληνική οικονομία σε νέες περιπέτειες. Αλλωστε το μήνυμα από τις Βρυξέλλες είναι ότι τα κράτη-μέλη και κυρίως εκείνα με υψηλά ελλείμματα και δημόσιο χρέος όπως η Ελλάδα θα πρέπει να επιταχύνουν τον βηματισμό τους για επιστροφή στη δημοσιονομική εξυγίανση, αποφεύγοντας οριζόντιες και μόνιμες παρεμβάσεις και εστιάζοντας σε επιλεκτικές και στοχευμένες ενισχύσεις.
Παρά το γεγονός ότι ο προϋπολογισμός του 2021 έκλεισε με χαμηλότερο κατά 2 δισ. ευρώ πρωτογενές έλλειμμα, ο στόχος για το 2022 καθίσταται ακόμα πιο αυστηρός, με το οικονομικό επιτελείο εν μέσω αβεβαιοτήτων για την πορεία της πανδημίας και του πληθωρισμού να υπόσχεται στους θεσμούς δραστική συμπίεση στην περιοχή του 1% του ΑΕΠ από 1,4% του ΑΕΠ, καθιστώντας τη φετινή δημοσιονομική προσαρμογή επαχθέστερη – θα κινηθεί άνω των 11 δισ. ευρώ. Σε απόλυτα μεγέθη, το πρωτογενές αποτέλεσμα της γενικής κυβέρνησης σε όρους ενισχυμένης εποπτείας προβλέπεται να διαμορφωθεί σε έλλειμμα 1,872 δισ. ευρώ έναντι αρχικής πρόβλεψης για έλλειμμα 2,680 δισ. ευρώ το 2022, από 12,882 δισ. ευρώ το 2021.
Αν υπάρξει αναθεώρηση του στόχου για το έλλειμμα, αυτό θα γίνει με το Πρόγραμμα Σταθερότητας, που θα σταλεί τον Απρίλιο στις Βρυξέλλες, και με το Μεσοπρόθεσμο Πρόγραμμα της περιόδου 2023-2026, που θα ακολουθήσει τον Μάιο και θα επιβεβαιώνει την κυβερνητική βούληση για αλλαγή πλεύσης με συστολή δαπανών και αποκλεισμό των χαλαρών πολιτικών, μολονότι δεν είναι λίγοι οι αναλυτές που εκτιμούν ότι το 2022 μπορεί να αποτελέσει έτος εκλογών.
Πάντως, το κυβερνητικό εγχείρημα καθίσταται εξαιρετικά δύσκολο, καθώς το σκηνικό στην οικονομία παραμένει ομιχλώδες, με τον πληθωρισμό να εγκυμονεί σοβαρούς κινδύνους για την ανάπτυξη και τον προϋπολογισμό. Αρμόδια στελέχη κάνουν λόγο για κρίσιμο δημοσιονομικό έτος, καθώς η ανάφλεξη των τιμών σε βασικά τρόφιμα, καύσιμα και ηλεκτρικό ρεύμα θα συνεχιστεί τουλάχιστον για τους επόμενους έξι μήνες, αδειάζοντας τις τσέπες των νοικοκυριών, που θα βρίσκονται σε πληθωριστική δίνη μέχρι το φθινόπωρο.
Στο μεταξύ, απογοητευτική είναι η εξέλιξη των εσόδων τον Ιανουάριο, με τα στελέχη του υπουργείου Οικονομικών να εμφανίζονται συγκρατημένα αισιόδοξα για την πορεία τους το επόμενο διάστημα μετά το μήνυμα συγκράτησης των καταναλωτικών δαπανών από τα νοικοκυριά που μεταφέρεται από το παρατηρητήριο των συναλλαγών στο Γενικό Λογιστήριο του Κράτους. Εξέλιξη που, αν συνεχιστεί, θα είναι για το οικονομικό επιτελείο ο δεύτερος μεγάλος πονοκέφαλος, καθώς θα ανοίξει κεφάλαιο δυσμενών αναθεωρήσεων σε βασικά μεγέθη του προϋπολογισμού από τη συνεχιζόμενη διεθνή ενεργειακή κρίση. Οι επιπτώσεις είναι πλέον εμφανείς και αποτυπώνονται στο εμπορικό έλλειμμα, που το 2021 διογκώθηκε στα 24,2 δισ. ευρώ.
