Τον μετέωρο –αλλά και ασύμμετρο– βηματισμό της ευρωπαϊκής οικονομίας κατά τη διάρκεια της αναζωπύρωσης της πανδημίας με την παραλλαγή «Ομικρον» στο τελευταίο τρίμηνο του 2021 αναδεικνύουν τα στοιχεία που δόθηκαν χθες από τη Γερμανία και τη Γαλλία.
Η οικονομία της πρώτης συρρικνώθηκε στο διάστημα αυτό κατά 0,7% και κινδυνεύει πλέον σοβαρά με μια τεχνική ύφεση (δύο συνεχόμενα τρίμηνα αρνητικού ΑΕΠ). Αντίθετα η γαλλική οικονομία πέτυχε υψηλότερη της αναμενόμενης ανάπτυξη 0,7% και την υψηλότερη ετήσια αύξηση του ΑΕΠ της (+7%) από το 1969. Η διαφορά αυτή καταγράφηκε παρότι και οι δύο χώρες εμφάνισαν ρεκόρ κρουσμάτων κορονοϊού στα τέλη του 2021. Αντικατοπτρίζει, σύμφωνα με κάποιους αναλυτές, την υψηλότερη ανθεκτικότητα της γαλλικής οικονομίας έναντι της γερμανικής στα προβλήματα που προέκυψαν μετά τα μέσα του 2021 στις παγκόσμιες αλυσίδες εφοδιασμού.
Η βιομηχανική παραγωγή της Γερμανίας φαίνεται να επηρεάστηκε πολύ περισσότερο από τις ελλείψεις σε ημιαγωγούς και άλλα βασικά εξαρτήματα ενώ η εξαγωγικά προσανατολισμένη οικονομία της είχε μεγαλύτερες συγκριτικά απώλειες από την επιβράδυνση του διεθνούς εμπορίου. Τα χθεσινά στοιχεία έδειξαν χαρακτηριστικά ότι οι γερμανικές εξαγωγές προς το Ηνωμένο Βασίλειο υποχώρησαν πέρυσι ακόμη 2,5% μετά την τεράστια βουτιά 15,3% το 2020.
Στο σύνολο του 2021 η ανάπτυξη της γερμανικής οικονομίας ήταν 2,8% και ήρθε μετά την ύφεση 4,6% το 2020. Η γερμανική κυβέρνηση υποβάθμισε νωρίτερα αυτήν την εβδομάδα την πρόβλεψη για τη φετινή ανάπτυξη της οικονομίας σε 3,6% από 4,1% που ανέμενε τον Οκτώβριο ενώ σε ανάλογη υποβάθμιση των προβλέψεών του προχώρησε και το ΔΝΤ. Το Οικονομικό Ινστιτούτο Ερευνών του Βερολίνου DIW προειδοποίησε δε για ενδεχόμενη ύφεση λόγων των επιπτώσεων της «Ομικρον».
Το σχετικό βαρόμετρο του DIW βρισκόταν λίγο πάνω από τις 100 μονάδες στο δ΄ τρίμηνο του 2021 και αυτόν τον μήνα υποχώρησε κάτω από αυτό το όριο παραπέμποντας σε πιθανή συρρίκνωση. Από την άλλη πλευρά υπάρχει αισιοδοξία ότι από την άνοιξη η οικονομία θα ανακάμψει με ισχυρούς ρυθμούς καθώς τα προβλήματα στην εφοδιαστική αλυσίδα μειώνονται. Η αισιοδοξία αυτή αποτυπώθηκε την περασμένη Τρίτη με την απροσδόκητη άνοδο του επιχειρηματικού κλίματος τον Ιανουάριο μετά από ένα εξάμηνο συνεχούς πτώσης. Η βελτίωση αυτή οφειλόταν στην καλύτερη εικόνα-προσδοκία των διευθυντικών στελεχών των γερμανικών επιχειρήσεων για το επόμενο εξάμηνο.
Υπάρχουν ωστόσο δύο μεγάλα ερωτηματικά. Το πρώτο είναι η κρίση στην Ουκρανία και η σύγκρουση που υποκρύπτεται μεταξύ των αντίπαλων οικονομικών συμφερόντων για την ευρωπαϊκή αγορά φυσικού αερίου-αγωγών και υγροποιημένου. Αν η κρίση κλιμακωθεί σε πολεμική σύγκρουση θα αποτελέσει οικονομική καταστροφή όχι μόνο για τη Γερμανία.
Το δεύτερο είναι η πορεία της κινεζικής οικονομίας. Η Κίνα είναι βασικός εμπορικός εταίρος της Γερμανίας και απορροφά σημαντικό μέρος των εξαγωγών της. Αν επιβραδυνθεί δραματικά το 2022 όπως προβλέπει το ΔΝΤ, η ζημιά για τις γερμανικές εξαγωγές θα συνεχιστεί. Το περιβάλλον αυτό αποτελεί αναμφίβολα ένα δύσκολο παζλ για τη νεόδμητη τρικομματική κυβέρνηση του Σοσιαλδημοκράτη καγκελαρίου Ολαφ Σολτς.
Νοτιότερα, αντίθετα, ο Εμανουέλ Μακρόν μπορεί να αισιοδοξεί με μεγαλύτερο αέρα για τις προεδρικές εκλογές του Απριλίου μετά την εκτόξευση του ρυθμού ανάπτυξης της γαλλικής οικονομίας. Το 7% που πέτυχε η δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία της ευρωζώνης είναι η υψηλότερη ανάπτυξη των τελευταίων 52 ετών και αποτελεί όπλο στην προσπάθεια του Μακρόν για μια δεύτερη θητεία.
Από την άλλη πλευρά ωστόσο, ανάπτυξη 7% μετά από ύφεση 8% το 2020 δεν δείχνει τίποτα περισσότερο από μια γρήγορη επιστροφή της οικονομίας. Δεν παρέχει δηλαδή μια σαφή εικόνα για τη συνέχεια και τη διατήρηση της ανάκαμψης ούτε βέβαια για την αναπτυξιακή προοπτική της οικονομίας. Ανάπτυξη υψηλότερη της αναμενόμενης στο δ΄ τρίμηνο του 2021 –2% έναντι 1,4%– κατέγραψε, τέλος, και η Ισπανία.
