ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Απόστολος Λυκεσάς
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

«Η πόλη έχει μετατραπεί σε Εστία του Κακού». Η διαπίστωση, ρητά διατυπωμένη από τον πρώην υπουργό Γιώργο Ορφανό, πολιτικό γνωστών συντηρητικών θέσεων, αποκτά μεγαλύτερη σημασία καθώς η ωμότητά της συναρτάται με μια δόση ανακούφισης από όσους την άκουσαν στη Θεσσαλονίκη, αφού ειπώθηκε το Απαγορευμένο. Είναι και η σαφήνεια: η «εστία» έχει θεμέλια, μπαλκόνια και δωμάτια, έχει ιδιοκτήτες που κατέχουν τα κλειδιά.

Το «κακό» δεν εντοπίζεται μόνο σε φονικούς χουλιγκάνους, έχει αποκτήσει μια διάσταση σχεδόν εσχατολογικού τύπου που είναι απολύτως ερμηνεύσιμη. Κάποιος έχει «εκδώσει την άδεια» να μετατραπεί η πόλη σε αχανές Fight Club, και αποδεδειγμένα η απόσταση από την «άδεια να σκοτώσουν» έχει μηδενιστεί. Οι παραδοχές στα κείμενα των συνδεσμιτών του ΠΑΟΚ ότι τα επεισόδια βίας είναι αμέτρητα, ότι από τύχη ή σύμπτωση δεν είχαμε εδώ και πολύ καιρό θρηνήσει θύμα είναι άλλη μια ομολογία ότι η «εστία του κακού» παραγγέλθηκε, οργανώθηκε, εκπαιδεύτηκαν οι «τεχνίτες» της υπομονετικά, πληρώθηκε και εν τέλει οικοδομήθηκε σταδιακά.

Ο φόνος του Αλκη δεν ήταν δυστύχημα, αποτέλεσμα της «κακιάς στιγμής». Ηταν μέρος μιας δραστηριότητας που είχε λάβει διαστάσεις χαριτωμένης κανονικότητας για την οποία τα προηγούμενα χρόνια η Θεσσαλονίκη κοκορευόταν, σχεδόν κόμπαζε. Η χαριτωμένη ποδοσφαιρική πολυλογία ήταν στιλέτο που βγήκε από τη θήκη του. Η «πιο φανατική κερκίδα», αποφάνσεις με δήθεν διαστάσεις «καζούρας» –όπως το «μια πόλη, μια ομάδα»– πότισαν με σταγονίδια τον σπόρο των σαρκοφάγων «λουλουδιών». Το γήπεδο έγινε «γυμναστήριο». Οι μάχες σώμα με σώμα αναδείκνυαν τους πιο ικανούς και κυρίως τους αδίστακτους, οι οποίοι επιβραβεύονταν, λαμβάνοντας ακόμη και μυθολογικές διαστάσεις. Τα «καρτέρια» έξω από σαντουιτσάδικα και κρεπερί νέων της κάθε αντίπαλης ομάδας ήταν οι κυνηγότοποι.

Συνδεσμίτης με κάλεσε προχθές σε «τουρ» στο Αποτρόπαιο, στα πάρκα του κέντρου της πόλης, να μου δείξει τις στάμπες από το αίμα –φίλων κι «εχθρών»– που έχει χυθεί μόνο προσφάτως.

Με ένα και μόνο νεύμα αυτές οι γυμνασμένες ομάδες βγήκαν από το γήπεδο την περίοδο ανόδου της Χρυσής Αυγής και χίμηξαν –αφρισμένη ναζιστική ορδή– με τη Συμφωνία των Πρεσπών. Η πυρπόληση της κατάληψης «Libertatia», η επίθεση στην ποδοσφαιρική ομάδα της Προοδευτικής Τούμπας, το λιντσάρισμα του Γιάννη Μπουτάρη, οι επιθέσεις σε στέκια αντιεξουσιαστών έδειξαν περίτρανα ότι αρκούσε ένα σήμα, μια «άδεια», για να αποκτά η αφιονισμένη ορδή και άλλου είδους περιεχόμενο. Πολιτικό καθαρά. Διότι, αν κατασταλούν ο δυναμικός αντιεξουσιαστής και ο ελευθερόστομος αριστερός, το πεδίο είναι ανοιχτό για όλες τις δουλειές. Οπως λέει και το χυδαίο ρητό, «δουλίτσα να γίνεται». Ετσι κι έγινε.

Απομακρυσμένοι Sauron, που έχουν στα χέρια τους το κράνος του Θεού του Πολέμου, έκαναν «αόρατες» αυτές τις συμμορίες και τη δράση τους. Ακόμη και σήμερα ονοματίζονται απλώς ως «εθνικιστικές ομάδες», η δραστηριότητά τους αναγγέλλεται σαν πρόγραμμα εβδομαδιαίου οικογενειακού σιτηρέσιου, οι δημόσιες πράξεις τους καταγράφονται ως… συμβάντα.

Το πολιτικό προσωπικό της πόλης στέκεται έντρομο. Ο νυσταλέος μηδενισμός και ο λιπαρός ωφελιμισμός έχουν θεσμοποιηθεί στα χρόνια του Κυριάκου Μητσοτάκη. Ολα εξάλλου «Μητσοτάκης» είναι, οι δήμοι, η Περιφέρεια, οι φορείς, όσοι κοκορεύονται για μια πόλη που δεν έχει τίποτα να δείξει παρά όσα σώθηκαν από τους κατηγορούμενους ως «ευαίσθητους». Φανταστείτε ότι τη μέρα της δολοφονίας ο πρωθυπουργός ήταν στην πόλη, δεν έκανε μια τυπική δήλωση αποτροπιασμού, έστω, αντιθέτως επιχειρηματίες τού χάριζαν… σουγιάδες.

Σε μια πόλη με τρία πανεπιστήμια, σε μια πόλη που ζει από τους φοιτητές, οι «καλοί» νέοι θεωρούνται οι απολιτίκ, οι «ακομμάτιστοι» είναι «προχώ», οι αδιάφοροι για τα κοινά είναι «αδέσμευτοι», οι εαυτούληδες, οι φασίστες είναι «πατριώτες», είναι «αντιπατριωτικό» να μιλάς για αλληλεγγύη, είναι βδελυρό να ενδιαφέρεσαι, μπορείς όμως άνετα να τριγυρνάς τα βράδια και να ρωτάς όσους συναπαντάς «τι ομάδα είσαι, ρε;», το ερώτημα της Σφίγγας. Γι’ αυτό και είναι Σφίγγα ο 23χρονος που συνελήφθη. Δεν έχει τίποτα να πει, δεν έχει κυριολεκτικά τίποτα να πει και κρατά ως «πολύτιμο» το αιματηρό του μυστικό.

Στον χώρο της επικοινωνίας και της δημοσιογραφίας η αυτολογοκρισία μοιάζει με απλό φτέρνισμα, όποιος αναζητά μια πληροφορία μαζεύει υστερικούς πανικούς. Και, όχι, δεν υπάρχει ούτε ένα στοιχείο αισιοδοξίας ότι κάτι θα αλλάξει μετά τη δολοφονία του Αλκη. Είναι τόσο άσχημα τα πράγματα. Απόδειξη, ότι είμαστε στο σημείο εκείνο του κατήφορου που μπορούμε να μιλάμε μόνο με υπονοούμενα.