Η κρίση στην Ουκρανία επιβεβαίωσε για πολλοστή φορά ότι βασικός άξονας αναφοράς των διεθνών ισορροπιών της Ενιαίας Γερμανίας, όπως άλλωστε και της Δυτικής Γερμανίας μετά το 1969 με την Οστπολιτίκ του Μπραντ, είναι η στρατηγική Ειδική Σχέση με τη Ρωσία.
Πρόκειται για μια αδιαπραγμάτευτη επιλογή σε όλες τις πτυχές της, από την κατασκευή του υποθαλάσσιου αγωγού NordStream, την επιβολή σκληρών κυρώσεων από τη Δύση μέχρι και την άρνηση αποστολής όπλων στην Ουκρανία, αλλά και την παρεμπόδιση μεταφοράς γερμανικών οπλικών συστημάτων από άλλες χώρες του ΝΑΤΟ.
Παρόμοια απροθυμία έως άρνηση ατλαντικής και ευρωπαϊκής αλληλεγγύης επιδεικνύει το Βερολίνο απέναντι στην Κίνα, μια στάση η οποία προφανώς οριοθετεί εκ των πραγμάτων την όποια σύγκλιση της Ε.Ε. με τις ΗΠΑ ως προς τη διαμόρφωση ενιαίας στρατηγικής της Δύσης απέναντι στο Πεκίνο.
Η εύκολη προσέγγιση της στάσης της Γερμανίας απέναντι στη Ρωσία και στην Κίνα είναι η ετικέτα της μερκαντιλιστικής εξωτερικής πολιτικής που στοχεύει στην ενεργειακή επάρκεια και στη διασφάλιση των εξαγωγών.
Η διαφοροποίηση της Γερμανίας από τη Δύση σε ό,τι αφορά τη Ρωσία έχει ρίζες στο παρελθόν, καθώς από την άνοδό του στην ηγεσία της Πρωσίας το 1862 και της Ενιαίας Γερμανίας το 1871 ο καγκελάριος Μπίσμαρκ επέλεξε τον ρόλο του μεσολαβητή ανάμεσα στις δυτικές δυνάμεις, κυρίως τη Μεγάλη Βρετανία, και την τσαρική Ρωσία, μια στάση που ανέδειξε τη Γερμανία ως σταθεροποιητική και υπεύθυνη μεγάλη δύναμη, η ενοποίηση της οποίας όχι μόνον δεν συνιστά απειλή αλλά εγγύηση για την ευρωπαϊκή σταθερότητα.
Ουδέτερη στον Κριμαϊκό Πόλεμο, που έφερε σε σύγκρουση τη Βρετανία, τη Γαλλία και την Οθωμανική Αυτοκρατορία απέναντι στη Ρωσία, η Πρωσία του Μπίσμαρκ, που ενοποίησε υπό την ηγεσία της το 1871 τη Γερμανία, διαδραμάτισε πρωταγωνιστικό ρόλο στην αποτροπή στο παρά πέντε ενός πολέμου της Μεγάλης Βρετανίας με τη Ρωσία αμέσως μετά τον Ρωσοτουρκικό Πόλεμο του 1877-78.
Οταν οι στρατιές του τσάρου έφτασαν στα προάστια της Κωνσταντινούπολης, η Υψηλή Πύλη αναγκάστηκε να υπογράψει το 1877 τη Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου, που καθιστούσε τα Βαλκάνια ζώνη επιρροής της Ρωσίας.
Τότε η Βρετανία μαζί με άλλες ευρωπαϊκές δυνάμεις αποφάσισε να φτάσει ακόμη και σε γενικευμένη πολεμική σύγκρουση με τη Ρωσία, με την ανάφλεξη να αποσοβείται την τελευταία στιγμή με πρωτοβουλία του Μπίσμαρκ.
Ο καγκελάριος συγκάλεσε το Συνέδριο του Βερολίνου, όπου «κουρεύτηκαν» τα κέρδη της Ρωσίας από τη Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου, αλλά κατοχυρώθηκε η επιστροφή της στους ευρωπαϊούς συσχετισμούς και ισορροπίες, απ’ όπου είχε αποκλειστεί μετά την ήττα της στον Κριμαϊκό Πόλεμο το 1856.
Αλλωστε η Δυτική Γερμανία, διαρκούντος του Ψυχρού Πολέμου, με την Οστπολιτίκ του Μπραντ επί της ουσίας αυτοδεσμεύτηκε στον μονόδρομο της προνομιακής συνεργασίας με την ΕΣΣΔ.
Ο πρώτος καγκελάριος της Δυτικής Γερμανίας, ο Αντενάουερ, που ευθυγραμμιζόταν πάντοτε με τη γραμμή πλεύσης των ΗΠΑ, λίγους μήνες μετά την αποχώρησή του από το αξίωμά του την άνοιξη του 1963, από το βήμα συνεδρίου του CDU επισήμανε ότι προϋπόθεση για μια μελλοντική ενοποίηση της χώρας είναι η ανάπτυξη στενής σχέσης με τη Μόσχα.
Σήμερα η Γερμανία φαίνεται αποφασισμένη να ενεργοποιηθεί για να αποτρέψει μια συνολική ψυχροπολεμική παλινδρόμηση των σχέσεων της Ε.Ε. με την Κίνα και τη Ρωσία.
