Mια σημαντική μέρα ξημερώνει σήμερα για τους εργαζομένους στην Ισπανία. Λίγο πριν από την εκπνοή του 2021 και την προθεσμία που είχε θέσει η Ε.Ε. προκειμένου να εγκρίνει την εκταμίευση των ευρωπαϊκών κονδυλίων, το υπουργικό συμβούλιο αναμένεται σήμερα να εγκρίνει τη νέα μεταρρύθμιση για τα εργασιακά στην οποία κατέληξαν λίγες μέρες νωρίτερα κυβέρνηση, συνδικάτα και εργοδοσία.
Στις 23 Δεκεμβρίου, προπαραμονή Χριστουγέννων, ανακοινώθηκε ως «μποναμάς» η νέα συμφωνία την οποία η κυβέρνηση, η υπουργός Εργασίας Γιολάντα Ντίαθ και πολλά ΜΜΕ χαρακτήρισαν «ιστορική». Είχαν προηγηθεί τρεις μήνες σκληρών διαπραγματεύσεων μεταξύ των εμπλεκόμενων φορέων, ενδοκυβερνητικές τριβές και διαφωνίες της τελευταίας στιγμής ώσπου να οριστικοποιηθεί το κείμενο της συμφωνίας, το οποίο φιλοδοξεί να θάψει τις πιο ακραίες πλευρές του κατάπτυστου νόμου Ραχόι του 2012 που διέλυε ό,τι είχε απομείνει από τις ήδη χαλαρές εργασιακές σχέσεις.
Το «σημαντικότερο νομοσχέδιο της παρούσας κυβέρνησης», όπως το χαρακτήρισε η αριστερή ιστοσελίδα Publico, δεν επιφέρει ακριβώς κάποια σοσιαλιστική επανάσταση. Κάνει όμως κάτι σημαντικό. «Είναι η πρώτη εργασιακή μεταρρύθμιση που επανακτά και κερδίζει δικαιώματα των εργαζομένων», όπως δήλωσε η αρμόδια υπουργός και δεύτερη αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Σοσιαλιστών-Podemos, Γιολάντα Ντίαθ. Kαι έχει δίκιο διότι στις εργασιακές μεταρρυθμίσεις που προηγήθηκαν τα τελευταία 40 χρόνια ροκανίζονταν σταδιακά τα εργασιακά δικαιώματα.
Οπως διαβάζουμε στο σχετικό ιστορικό της El Pais, o νόμος για την προσωρινή εργασία που εξελίχθηκε στη μεγάλη γάγγραινα της ισπανικής κοινωνίας εισήχθη για πρώτη φορά το 1984 από τη σοσιαλιστική κυβέρνηση του Φελίπε Γκονθάλεθ. Δέκα χρόνια αργότερα, πάλι οι Σοσιαλιστές του Γκονθάλεθ εισήγαγαν ελαστικοποιήσεις ως προς τις αποζημιώσεις, την κινητικότητα και τις συλλογικές συμβάσεις και κατόπιν πήρε τη σκυτάλη η Δεξιά έχοντας βρει στρωμένο το έδαφος.
Εμελλε να έρθει μια άλλη κεντροαριστερή κυβέρνηση συνεργασίας μεταξύ Σοσιαλιστών και Podemos για να επαναφέρει έννοιες όπως «μονιμότητα» και «συλλογικές συμβάσεις», σε μια εποχή που οι Ευρωπαίες -και φυσικά οι Ελληνίδες- Κασσάνδρες του νεοφιλελευθερισμού φωνάζουν διαρκώς για μεγαλύτερη ελαστικοποίηση. Το ακόμα σημαντικότερο είναι ότι ψυχή αυτής της μεταρρύθμισης είναι η Γιολάντα Ντίαθ, μια πολιτικός με κομμουνιστικές καταβολές η οποία βρέθηκε στο Podemos μετά τη συγχώνευσή του με την Ενωμένη Αριστερά (Izquierda Unida/IU).
Συμβάσεις αορίστου χρόνου
Ο βασικός στόχος της μεταρρύθμισης είναι να περιορίσει σημαντικά την προσωρινή και επισφαλή εργασία που αφορά τουλάχιστον το ένα τέταρτο των εργαζομένων στην Ισπανία. Στο εξής, οι συμβάσεις εργασίας που υπογράφονται θα πρέπει να είναι αορίστου χρόνου, εκτός από τις περιπτώσεις προσωρινής αντικατάστασης κάποιου εργαζομένου ή την κάλυψη έκτακτων αναγκών, ενώ στις περιπτώσεις των εποχικών εργαζομένων οι συμβάσεις θα πρέπει να έχουν διάρκεια έως 90 μέρες τον χρόνο. Μετά την πάροδο 18 μηνών στην ίδια θέση εργασίας, η σύμβαση θα μετατρέπεται αυτόνομα σε αορίστου χρόνου.
Ενα άλλο πολύ σημαντικό σημείο σχετίζεται με την επαναφορά των συλλογικών διαπραγματεύσεων. Σε αντίθεση με την αλλαγή που επέφερε ο νόμος Ραχόι, οι κλαδικές συμβάσεις θα υπερισχύουν των επιχειρησιακών. Αλλά, μόνο σε ό,τι αφορά τους μισθούς, όχι όμως και την κατάρτιση των ωραρίων. Μια άλλη σημαντική καινοτομία είναι ότι σε περίπτωση λήξης μιας κλαδικής σύμβασης, αυτή θα παρατείνεται επ’ αόριστον έως ότου συναφθεί μια καινούργια και δεν θα μπορεί να «καπελώνεται» από μια επιχειρησιακή. Επίσης, τίθεται σε εφαρμογή ένας μηχανισμός προστασίας της εργασιακής σταθερότητας απέναντι σε επιχειρήσεις που επιδιώκουν να μειώσουν αυθαίρετα τα ωράρια και τις αμοιβές ή να προβούν σε ομαδικές απολύσεις.
Μετά την έγκριση από το υπουργικό συμβούλιο το νομοσχέδιο θα τεθεί σε ψηφοφορία στη Βουλή. Εκεί η κυβέρνηση ελπίζει να αποφύγει κάποιες δυσάρεστες εκπλήξεις από μικρότερα κόμματα, όπως το βασκικό εθνικιστικό κόμμα Bildu το οποίο θέλει να συνδέσει την έγκριση του νομοσχεδίου με τη δυνατότητα των αυτόνομων περιφερειών να έχουν μεγαλύτερο λόγο ως προς τα εργασιακά. «Τελικά, το κείμενο που συντάχθηκε χιλιοστό προς χιλιοστό από το υπουργείο Εργασίας δεν έκανε ευτυχισμένη καμία πλευρά. Περνούσε όμως πάνω από τις κόκκινες γραμμές που είχαν θέσει και οι δύο πλευρές και καθιστούσε δυνατή τη συναίνεση. Κι αυτό ήταν το ζητούμενο», σχολίαζε η Publico.
O Oυνάι Σόρδο πάντως, ο γενικός γραμματέας της CCOO (Συνδικαλιστική Συνομοσπονδία Εργατικών Επιτροπών), της μεγαλύτερης συνδικαλιστικής ένωσης της Ισπανίας, βλέπει το ποτήρι μισογεμάτο: «Για πρώτη φορά ύστερα από 10 χρόνια, μια εργασιακή μεταρρύθμιση δεν γίνεται για να περιστείλει την εργασία και να την κάνει περισσότερο επισφαλή, να κάνει πιο φτηνές τις απολύσεις και να αποδυναμώσει τη δύναμη οργάνωσης των εργατών, αλλά στρέφεται προς την αντίθετη κατεύθυνση».
