Ερέθισμα για τις σκέψεις που ακολουθούν αποτέλεσε ένα εκτεταμένο δημοσίευμα του «Βήματος» με τίτλο «Ο οικονομολόγος που φέρνει στον ΣΥΡΙΖΑ… άρωμα Χάρβαρντ» και υπέρτιτλο «Ο τεχνοκράτης με την παγκοσμιοποιημένη αντίληψη “επέστρεψε” και είναι από τους βασικούς συνομιλητές του Αλέξη Τσίπρα σε οικονομικά θέματα».
Το πρόσωπο στο οποίο γίνεται η αναφορά δεν είναι άλλο από τον Γιώργο Χουλιαράκη, αναπληρωτή υπουργό Οικονομικών στην κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα -και, μάλλον, δεν ευθύνεται ο ίδιος για την εργαλειοποίησή του.
Το «Βήμα», λοιπόν, επέλεξε να αφιερώσει μία ολόκληρη πολύτιμη σελίδα της κυριακάτικης έκδοσής του σε αυτήν την «επιστροφή». Γιατί, άραγε;
Η εξήγηση δεν βρίσκεται, νομίζω, σε κάποια παρέμβαση με σημασία. Σε κάτι που ειπώθηκε ή γράφτηκε και θα μείνει στην ιστορία. Τα μοναδικά λόγια του Γιώργου Χουλιαράκη, που παραθέτει, από μια διαδικτυακή εκδήλωση του Ινστιτούτου ΕΝΑ, είναι: «Η δημοσιονομική ισορροπία δεν αποκλείει την άσκηση προοδευτικής οικονομικής πολιτικής […] υπό δύο προϋποθέσεις: η χώρα να έχει ικανούς πόρους να χρηματοδοτήσει τις δαπάνες της, ενώ σε καιρούς ανάπτυξης και ευημερίας θα πρέπει να είναι σε θέση να παράγει δημοσιονομικά πλεονάσματα, να δημιουργεί δημοσιονομικά αποθέματα που σε καιρούς κρίσης επιτρέπουν χωρίς κίνδυνο και χωρίς μεγάλη επιβάρυνση του χρέους να ασκεί αντικυκλική πολιτική».
Αδυνατώ να πιστέψω πως αυτό ήταν το πιο αξιοσημείωτο τμήμα της παρέμβασης. Γιατί η ιδέα πως, γενικώς, καλό είναι να έχουμε κανένα φράγκο στην άκρη για δύσκολες στιγμές δεν νομίζω πως αποτελεί ιδιαίτερα καινοτόμο προβληματισμό. Είναι βέβαιο πως ειπώθηκαν σημαντικότερα πράγματα.
Μόνο που δεν είναι αυτό που ενδιαφέρει τον συντάκτη του δημοσιεύματος. Αυτό που επιδιώκεται είναι να τονιστεί ο καταστατικός επαρχιωτισμός του ΣΥΡΙΖΑ, η αδυναμία του να αντιληφθεί ορθά, δηλαδή «τεχνοκρατικά», την πραγματικότητα και να δώσει τις αντίστοιχες λύσεις. Το γεγονός της «επιστροφής» προβάλλεται, προκειμένου να τονιστεί το λιμνάζον της εδώ κατάστασης. Το Χάρβαρντ απέναντι στο ΙΕΚ Παλαιοχωρούδας.
Αυτή η επιδίωξη δεν αφορά ειδικά την αξιωματική αντιπολίτευση, έστω κι αν αυτή είναι ο πρώτος αποδέκτης. Στην πραγματικότητα, ο στόχος είναι η Αριστερά όλων των παραλλαγών. Η οποία -σε όλες της τις παραλλαγές- είναι μόνο για την εύκολη διαμαρτυρία, τη λαϊκιστική εναντίωση. Δεν έχει κανένα προσόν ή δεξιότητα, που θα ήταν κατάλληλες να δώσουν ουσιαστικές λύσεις στα προβλήματα. Σε νεογλώσσα, συμβατή με την «εμπειρία ΣΥΡΙΖΑ», πρόκειται για τα απολειφάδια του 3%.
Το δυστύχημα είναι πως -με άλλους όρους- αυτή η νεογλώσσα λειτουργεί εξίσου και μέσα στις τάξεις του ΣΥΡΙΖΑ, πράγμα που δείχνει την ευρύτατη δραστικότητα των κυρίαρχων σχημάτων. Αλλωστε, μια ιδεολογία είναι κυρίαρχη όχι επειδή πείθει τους κυρίαρχους, αλλά επειδή είναι οι κυριαρχούμενοι που την αποδέχονται, έστω και παθητικά.
Η μετατόπιση του πολιτικού άξονα ακόμη περισσότερο προς τα δεξιά είναι ο στόχος. Ειδικά στα ζητήματα της οικονομίας, η επιδίωξη των θατσεριστών μας είναι οφθαλμοφανής.
Η προβολή της τεχνοκρατικής επάρκειας, της σοβαρότητας, του «κεντρώου ήθους», γενικώς, ως εκ των ων ουκ άνευ στοιχείων οποιασδήποτε αποτελεσματικής πολιτικής επιχειρείται -με πολύ μεγάλη επιτυχία, μάλιστα- να ενισχύσει κι άλλο την ήδη πανίσχυρη ΤΙΝΑ, την ιδέα πως δεν υπάρχει εναλλακτική. Την ιδέα, δηλαδή, πως δεν υπάρχουν αριστερές ή δεξιές λύσεις. Υπάρχουν λύσεις ή όχι λύσεις. Αυτονόητα. Αναμφισβήτητα. Ποιος μπορεί να αμφισβητήσει, όπως επέλεξε να μας πει ο συντάκτης του «Βήματος», πως «είναι καλό να έχεις λεφτά στην άκρη»; Η τεχνοκρατική σαφήνεια και το βάθος αυτής της θέσης δεν μπορεί παρά να γίνουν απολύτως αποδεκτά από όποιον έχει λίγο μυαλό στο κεφάλι του.
Η γνώμη μου είναι πως η μεγάλη ματαίωση του 2015 έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην εξέλιξη αυτή. Η αποθάρρυνση, η αποστρατεία, η απόσυρση ενός πολύ μεγάλου τμήματος των ανθρώπων που θα μπορούσαν να αγωνιστούν για έναν πραγματικό μετασχηματισμό ήταν καίριας σημασίας. Και αυτό αφορά τόσο το κοινωνικό όσο και το πολιτικό πεδίο.
Χωρίς αυτήν την «επιστροφή», των νέων που δεν πιστεύουν στην πολιτική και της μεγάλης μάζας των αριστερών αγωνιστών που περιθωριοποιήθηκαν αντικειμενικά, ενώ είχαν τόσα να προσφέρουν, δουλειά δεν γίνεται.
Η δεξιά δημοσιολογία όλων των τύπων επιχειρεί να σπρώξει τα πράγματα στο «Κέντρο», δηλαδή κι άλλο δεξιά. Η μάχη, όμως, δεν παίζεται εκεί. Στ’ Αριστερά και «στα χαμηλά» παίζεται. Η μάχη, για να ηττηθεί η όλο και πιο αποθρασυσμένη, η όλο και πιο επικίνδυνη θατσερική Δεξιά μας, δεν μπορεί να δοθεί παρά μόνο από θέσεις ριζοσπαστικές, αντικαπιταλιστικές, στην πραγματικότητα. Που στις συνθήκες πολλαπλών, επαναλαμβανόμενων και διαρκώς επιτεινόμενων κρίσεων, είναι οι μόνες ρεαλιστικές.
* εκπαιδευτικός
