ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Στα πανεπιστήμια μας ενδιαφέρει ο μύθος και η επινόηση γιατί οι άνθρωποι που τα δημιουργούν είναι άνθρωποι πεπαιδευμένοι: δάσκαλοι και κληρικοί, ακαδημαϊκοί (όχι πολλοί, ελπίζω), δημοσιογράφοι, παραγωγοί της τηλεόρασης και του ραδιοφώνου. Ας μην έχουμε καμία αμφιβολία: η ιστορία δεν είναι πατρογονική μνήμη ή συλλογική παράδοση. Είναι αυτό που έμαθαν οι άνθρωποι από τους ιερείς, τους δασκάλους, τους συγγραφείς ιστορικών βιβλίων, τους συντάκτες άρθρων στα περιοδικά ή τους δημιουργούς τηλεοπτικών προγραμμάτων.

Κυκλοφορεί αυτές τις μέρες από τις εκδόσεις ΘΕΜΕΛΙΟ το νέο βιβλίο του Eric Hobsbawm «Για τον εθνικισμό», σε επιμέλεια και με εισαγωγή του Donald Sassoon και μετάφραση του Γιάννη Μπαλαμπανίδη. Δημοσιεύουμε ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα από το βιβλίο:

Η ιστορία είναι η πρώτη ύλη για τις εθνικιστικές ή εθνοτικές ή φονταμενταλιστικές ιδεολογίες, όπως η παπαρούνα είναι η πρώτη ύλη για τον εθισμό στην ηρωίνη. Για τις ιδεολογίες αυτές, το παρελθόν είναι ουσιώδες, ίσως το ουσιώδες στοιχείο. Αν το παρελθόν δεν μας βολεύει, μπορούμε κάλλιστα να το επινοήσουμε. Πράγματι, από τη φύση των πραγμάτων, το παρελθόν δεν είναι σχεδόν ποτέ εντελώς βολικό, διότι οι ιδεολογίες αυτές επικαλούνται ένα φαινόμενο που ούτε αρχαίο είναι ούτε αιώνιο, αλλά αποτελεί ιστορικό νεωτερισμό. Το ίδιο ισχύει τόσο για τον θρησκευτικό φονταμενταλισμό στις τρέχουσες εκδοχές του –η εκδοχή ισλαμικού κράτους του Αγιατολάχ Χομεϊνί δεν είναι πιο παλιά από τις αρχές της δεκαετίας του ’70– όσο και για τον σύγχρονο εθνικισμό. Το παρελθόν προσδίδει νομιμοποίηση.

Προσφέρει ένα υπόβαθρο πολύ πιο λαμπρό απ’ ό,τι ένα παρόν που δεν έχει και πολλά να περηφανεύεται. Θυμάμαι που έπεσα πάνω σε μια μελέτη για τον αρχαίο πολιτισμό των πόλεων της Κοιλάδας του Ινδού, με τον τίτλο «Πέντε χιλιάδες χρόνια Πακιστάν». Το Πακιστάν δεν υπήρχε καν ως σκέψη πριν το 1932-1933, οπότε και επινοήθηκε το όνομα από μερικούς στρατευμένους φοιτητές. Πριν το 1940 δεν υπήρχε ως σοβαρό πολιτικό αίτημα. Και ως κράτος υπάρχει μόλις από το 1947. Δεν υπάρχει καμία ένδειξη ότι ο πολιτισμός του Μοχέντζο-ντάρο συνδέεται με τους σημερινούς κυβερνώντες στο Ισλαμαμπάντ, όπως δεν υπάρχει καμία ένδειξη ότι ο Τρωικός Πόλεμος συνδέεται με την κυβέρνηση της Αγκυρας, η οποία ζητά σήμερα να επιστραφεί στην Τουρκία, έστω για μια πρώτη δημόσια έκθεση, ο θησαυρός του βασιλιά Πρίαμου της Τροίας που ανακάλυψε ο Σλήμαν. Αλλά πέντε χιλιάδες χρόνια Πακιστάν ακούγεται κάπως καλύτερα απ’ ό,τι σαράντα έξι χρόνια Πακιστάν.

Σε αυτή την κατάσταση, οι ιστορικοί βρίσκονται στον απρόσμενο ρόλο του πολιτικού παράγοντα. Παλαιότερα πίστευα ότι το επάγγελμα του ιστορικού, σε αντίθεση με του πυρηνικού φυσικού ας πούμε, αν μη τι άλλο δεν μπορεί να βλάψει κανέναν. Τώρα ξέρω ότι κάλλιστα μπορεί. Οι μελέτες μας μπορούν να γίνουν εργοστάσια όπλων, σαν τα εργαστήρια όπου ο ΙΡΑ έμαθε να μετατρέπει χημικά λιπάσματα σε εκρηκτικά. Πράγμα που μας επηρεάζει με δύο τρόπους. Πέρα από τη γενικότερη ευθύνη που έχουμε απέναντι στα ιστορικά γεγονότα, έχουμε και το ειδικότερο καθήκον να ασκούμε κριτική στις πολιτικο-ιδεολογικές χρήσεις και καταχρήσεις της ιστορίας.

Λίγες είναι οι μισαλλόδοξες ιδεολογίες που βασίζονται σε καθαρά ψέματα ή μυθοπλασίες για τις οποίες δεν υπάρχει κανένα τεκμήριο. Στο κάτω κάτω, υπήρξε πράγματι μάχη στο Κόσοβο το 1389, οι σέρβοι πολεμιστές και οι σύμμαχοί τους ηττήθηκαν από τους Τούρκους, κι αυτό άφησε βαθιές πληγές στη σερβική λαϊκή μνήμη· δεν μπορεί όμως αυτό να σημαίνει ότι δικαιολογείται η καταπίεση των Αλβανών, που αποτελούν σήμερα το 90% του πληθυσμού στην περιοχή, ούτε να νομιμοποιεί την αξίωση των Σέρβων ότι η γη αυτή είναι βασικά δική τους. Η Δανία δεν εγείρει αξιώσεις για αυτό το μεγάλο μέρος της ανατολικής Αγγλίας, στο οποίο πράγματι εγκαταστάθηκαν και βασίλεψαν οι Δανοί πριν τον 11ο αιώνα και μέχρι σήμερα είναι γνωστό ως Danelaw (Νόμος των Δανών), και όπου τα ονόματα των χωριών ακόμη έχουν γλωσσολογικά δανέζικες ρίζες.

Η συνηθέστερη ιδεολογική κατάχρηση της ιστορίας βασίζεται στον αναχρονισμό μάλλον παρά στο ψέμα. Ο ελληνικός εθνικισμός αρνείται στη Μακεδονία ακόμη και το δικαίωμα στο όνομά της, με το σκεπτικό ότι ολόκληρη η Μακεδονία είναι ουσιαστικά ελληνική και τμήμα του ελληνικού εθνικού κράτους, από την εποχή που ο πατέρας του Μεγαλέξανδρου, του βασιλιά της Μακεδονίας, έγινε ηγεμόνας όλων των ελληνικών περιοχών στη Βαλκανική Χερσόνησο. Οπως και ό,τι άλλο έχει να κάνει με τη Μακεδονία, δεν πρόκειται για αμιγώς ακαδημαϊκό ζήτημα· χρειάζεται όμως πολύ θάρρος για έναν έλληνα διανοούμενο να πει ότι, από ιστορική άποψη, αυτά είναι ανοησίες. Τον 4ο αιώνα π.Χ. ούτε ελληνικό εθνικό κράτος υπήρχε ούτε καμία άλλη ενιαία πολιτική οντότητα για τους Ελληνες.

Η Μακεδονική Αυτοκρατορία σε τίποτα δεν έμοιαζε με το ελληνικό ή με το όποιο σύγχρονο εθνικό κράτος, και σε κάθε περίπτωση είναι εξαιρετικά πιθανό ότι οι αρχαίοι Ελληνες θεωρούσαν τους μακεδόνες ηγεμόνες, όπως και τους ρωμαίους αργότερα, μάλλον βάρβαρους παρά Ελληνες – αν και ήταν σίγουρα πολύ ευγενικοί, ή πολύ προσεκτικοί, για να το πουν. Επίσης, η Μακεδονία ιστορικά αποτελεί ένα τόσο μπερδεμένο μείγμα εθνοτήτων που οποιαδήποτε προσπάθεια να ταυτιστεί με μία και μόνη εθνικότητα είναι λάθος – δεν είναι διόλου τυχαίο που έδωσε το όνομά της στη γνωστή γαλλική ανάμεικτη φρουτοσαλάτα (macédoine). Για να είμαστε δίκαιοι, για τους ίδιους λόγους θα πρέπει να απορρίψουμε και τα ακραία επιχειρήματα του εθνικισμού των απόδημων Μακεδόνων, όπως και διάφορες εκδόσεις στην Κροατία που προσπαθούν να πείσουν ότι ο βασιλιάς Ντμίταρ Ζβόνιμιρ υπήρξε πρόγονος του προέδρου Franjo Tudman. Είναι πάντως δύσκολο να υψώσεις το ανάστημα ενάντια στους επινοητές μιας εθνικής ιστορίας των σχολικών εγχειριδίων, αν και στο Πανεπιστήμιο του Ζάγκρεμπ υπάρχουν ιστορικοί, που με περηφάνια συγκαταλέγω ανάμεσα στους φίλους μου, οι οποίοι είχαν το θάρρος να το κάνουν.

Τέτοιες προσπάθειες να αντικατασταθεί η ιστορία από τον μύθο και την επινόηση δεν είναι μόνο ένα κακό πνευματικό αστείο. Στο κάτω κάτω, μπορεί κάλλιστα να καθορίζουν τι μπαίνει στα σχολικά βιβλία και τι όχι, όπως γνώριζαν καλά οι ιαπωνικές αρχές όταν επέμεναν να εκπονηθεί μια αποστειρωμένη εκδοχή του πολέμου της Ιαπωνίας στην Κίνα προς χρήση στις σχολικές τάξεις.

Μύθος και επινόηση είναι ουσιώδη στοιχεία για μια πολιτική της ταυτότητας, διά της οποίας σήμερα πολλές ομάδες ανθρώπων αυτοπροσδιορίζονται με βάση την εθνότητα, τη θρησκεία ή τα παλιά και τα παρόντα σύνορα του κράτους, ψάχνοντας να βρουν κάποια βεβαιότητα σε αυτόν τον αβέβαιο και ασταθή κόσμο και λέγοντας: «Εμείς είμαστε διαφορετικοί και καλύτεροι από τους Αλλους».

Στα πανεπιστήμια μας ενδιαφέρει ο μύθος και η επινόηση γιατί οι άνθρωποι που τα δημιουργούν είναι άνθρωποι πεπαιδευμένοι: δάσκαλοι και κληρικοί, ακαδημαϊκοί (όχι πολλοί, ελπίζω), δημοσιογράφοι, παραγωγοί της τηλεόρασης και του ραδιοφώνου. Οι περισσότεροι από αυτούς θα έχουν τελειώσει σίγουρα κάποιο πανεπιστήμιο.

Ας μην έχουμε καμία αμφιβολία: η ιστορία δεν είναι πατρογονική μνήμη ή συλλογική παράδοση. Είναι αυτό που έμαθαν οι άνθρωποι από τους ιερείς, τους δασκάλους, τους συγγραφείς ιστορικών βιβλίων, τους συντάκτες άρθρων στα περιοδικά ή τους δημιουργούς τηλεοπτικών προγραμμάτων. Είναι ύψιστης σημασίας εμείς οι ιστορικοί να θυμόμαστε την ευθύνη μας, που πάνω απ’ όλα σημαίνει να κρατάμε αποστάσεις από τα πάθη μιας πολιτικής της ταυτότητας – έστω κι αν τα νιώθουμε κι εμείς, στο κάτω κάτω άνθρωποι είμαστε.