ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Θωμάς Τσαλαπάτης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Μάλλον φταίνε εκείνοι οι στίχοι του Λεοντάρη… Τι μάλλον, σίγουρα δηλαδή εκείνο το: «Είμαστε μεσοπόλεμος, σου λέω,/ ανίατα μεσοπόλεμος… Ας πάμε/ λοιπόν κι απόψε, ας πάμε πάλι κάπου/ να χορέψουμε ή να σκοτωθούμε…» από την «Ψυχοστασία» του 1972. Οι στίχοι αυτοί που περιγράφουν μια ολόκληρη εποχή περισσότερο ως μια ψυχική κατάσταση και λιγότερο ως μια ιστορική περίοδο.

Οι στίχοι αυτοί που επαναφέρουν το ιστορικό ως μια οριακή ψυχική κατάσταση του συλλογικού ατόμου. Τη μελαγχολία, την απογοήτευση και την απελπισία ως ταυτοτικά στοιχεία μιας κοινωνίας.

Με τους στίχους αυτούς ο Λεοντάρης κατάφερε να ενώσει δυο εποχές και μαζί τον πάταγο από δυο διαφορετικές ιστορικές πτώσεις: Από την μία η πτώση της Μεγάλης Ιδέας με την καταστροφή στη Μικρά Ασία και η γενιά του ’20 που κλήθηκε να κάνει ποίηση την περιρρέουσα ατμόσφαιρα που δημιούργησε η ήττα αυτή και από την άλλη η ήττα της ελληνικής Αριστεράς στον εμφύλιο και στα μετεμφυλιακά χρόνια, όπως αυτή συναντιέται στα ποιήματα της πρώτης και της δεύτερης μεταπολεμικής γενιάς. Δυο ήττες, ένα συναίσθημα, μια πτώση.

Ο μεσοπόλεμος επιβιώνει. Αποσπάται από τις παρενθέσεις των δυο πολέμων, τις συμπληγάδες των πολύνεκρων γεγονότων και πλέει ελεύθερος στην Ιστορία ως διάθεση και ως συνθήκη του συλλογικού ατόμου. Και οι στίχοι του Λεοντάρη μάς επιβάλλουν να επιστρέφουμε σε αυτή την περίοδο κυρίως με τρόπο ποιητικό. Οχι τόσο στα ιστορικά γεγονότα, τα ντοκουμέντα και τις αφηγήσεις όσο στη χαμηλόφωνη μουσική που βημάτισε ανάμεσά τους. Στον αισθησιασμό του Λαπαθιώτη, τη σκυφτή μουσική του Τέλλου Αγρα, την οριακή περίπτωση του Φιλύρα και κυρίως τον σαρκασμό του Καρυωτάκη. Σε μια εποχή όπου όλα έμοιαζαν ξαφνικά και ταυτόχρονα εξαντλημένα.

Πιεσμένα από την Ιστορία και παραπλανημένα από το παρελθόν, διαρκώς εξαρτημένα από την απουσία ενός μέλλοντα που δεν έλεγε να ξημερώσει. Ναι. Ο κάθε μεσοπόλεμος είναι λυρικός και απελπισμένος, γεννά ποιήματα και τα τοιχοκολλεί στα αδιέξοδά του. Είναι η εποχή αυτή μετά τον θάνατο και πριν τη γέννα, η εποχή αυτή που δεν κατονομάζεται, μόνο καραδοκεί. Και επιστρέφει στην Ιστορία κάνοντάς την να ομοιοκαταληκτεί με τις πιο στενές στιγμές της.

Αν κάποιος δει τη φωτογραφία που έμεινε να αποτυπώνει τη γενιά του ’30 (την περίφημη φωτογραφία από την ομάδα των 12) θα εντυπωσιαστεί κυρίως από την ομοιομορφία. Λευκοί, μεγαλοαστοί άντρες ζωσμένοι με τις γραβάτες τους έτοιμοι να οικοδομήσουν τη νέα αισθητική, την αντίληψη και την προσέγγιση για το παρελθόν και την τέχνη που στέκει κυρίαρχη μέχρι και σήμερα. Χρονικοί διάδοχοι της γενιάς του ’20, αυτοί δεν ήταν ποτέ μεσοπόλεμος ακόμα κι αν οι ημερομηνίες ταιριάζουν.

Γιατί ένα επιπλέον στοιχείο που μας κάνει να συναντιόμαστε με τη γενιά / ποίηση του μεσοπολέμου σήμερα είναι η ποικιλία των ταυτοτήτων. Είναι η γενιά όπου εμφανίζονται και καταγράφονται στην ποίηση ως παραδείγματα ή ως προτάγματα ο ρόλος της γυναίκας (Πολυδούρη), η διεκδίκηση της ομοφυλόφιλης ορατότητας (Λαπαθιώτης), το ψυχικό τραύμα ως ποιητική (Φιλύρας). Μια ποίηση που αρχίζει και τελειώνει στο άστυ και τη γειτονιά (Αγρας) και κάνει ποίηση και υπαρξιακό αποτύπωμα το τετριμμένο και το κοινότοπο (Καρυωτάκης). Η Ιστορία δεν είναι η μεταφυσική της επιστροφής (Μεγάλη Ιδέα και γενιά του 1880) ούτε ο ποιητικός λώρος που μας συνδέει με το παρελθόν των αγαλμάτων (γενιά του ’30).

Η Ιστορία είναι το πλαίσιο όπου οι ζωές συμβαίνουν. Ζωές σύνθετες και αντιφατικές, ανθρώπων καθημερινών και συχνά ηττημένων. Ζωές σε μια περίοδο που θα οριστεί από τον μεγάλο αριθμών των προσφύγων, την κατακόρυφη πτώση του βιοτικού επιπέδου της μεσαίας τάξης και τη συλλογική δυσαρέσκεια για την πορεία της χώρας. Μια περίοδος εσωστρέφειας και παρατεταμένης μετάβασης που ακόμα και τα καταφύγια δεν προσφέρουν λύσεις. Ή όπως θα συνόψιζε και ο Κώστας Καρυωτάκης: «Μας διώχνουνε τα πράγματα, κι η ποίησις/ είναι το καταφύγιο που φθονούμε».

Αν είμαστε λοιπόν μεσοπόλεμος δεν είμαστε επειδή η Ιστορία επαναλαμβάνεται ούτε επειδή αρεσκόμαστε να χρησιμοποιούμε ιστορικές περιπτώσεις του χθες ως ερμηνευτικά εργαλεία του σήμερα. Είμαστε γιατί βιώνουμε ένα συλλογικό τραύμα ανάμεσα σε μια συλλογική κατάρρευση και ένα άγνωστο αύριο, διεκδικώντας ορατότητα και συμπερίληψη, ψάχνοντας ποίηση μακριά από εθνικές αφηγήσεις, ενώ τα πράγματα μας διώχνουν και μεις φθονούμε τα καταφύγιά μας.

Γι’ αυτό σου λέω απόψε ας πάμε πάλι κάπου να χορέψουμε…