«Σας συγκέντρωσα εδώ, για τελευταία φορά, στην πλατεία της πόλης μας, για να σας ενημερώσω: μας συμβαίνει κάτι εντελώς ανεξήγητο». (Ευγένιος Ιονέσκο, Ο Ρινόκερος, 1959)
Ε, όχι και εντελώς. Ποιός δεν βλέπει το Ρινόκερο στο Εργοστάσιο του Κερατσινίου; Να σηκώσει το χέρι του ψηλά. Οκτώ μέτρα. Ίσα με το μπόι του Τέρατος. Οκτώ Χρόνια. Ίσα με τα δικά της. Χέρια ψηλά ισοβίως. Ίσα με τη ζωή που δεν έζησε.
Εντάξει, εντάξει. Συνηθίσαμε τόσο την ασχήμια, που της μοιάσαμε: Εμπεδωτέο. Σιδερένια πόρτα φυλακής εργατικής στα μούτρα μας έκλεισε, παφλάζοντας με βία: Παραδοτέο. Δε χρειάζεται να αναζητάμε, εις μάτην, βαρβάρους εμείς. Τους κατασκευάζουμε μόνοι μας. Βάρβαροι Home Made. Έλεγχος ποιότητας: εγκρίνεται. Δεν θα μας κλάψει καμιά πατρίδα: Checked.
Μιάμιση ώρα φρίκης.
Πέντε λεπτά ήταν. Μας αγαλλιάζει, αν γίνεται ποτέ κάτι τέτοιο, το πόρισμα του ιατροδικαστή. Πόρων ίζημα φωνάζει: «θάνατος επήλθε συνέπεια συμφόρησης (σύνθλιψης) πνευμόνων».
Μιαμιση ώρα. Πέντε λεπτά. Καταθλιπτικής συντριβής όλων ημών ανεξαιρέτως. Τουλάχιστον επτά νοματαίοι «ήλθον, είδον και απήλθον» λες κι είδαν κάμπια στα σκαλιά του ισογείου τους, να σκάει μύτη, μαζί με τη γύρη.
Ένας φρόντισε και να την κλωτσήσει, να βεβαιωθεί ότι είναι άνθρωπος, όχι κάμπια, να ηρεμήσει λίγο η ψυχή του (ουφ) για να γυρίσει στο πόστο, στη δουλίτσα του, φυσικά σκυφτός. «Άκουσε φίλε εμιγκρέ: Με τους Ρομά να μη μιλάς, την ώρα σου να την κρατάς, το γιό σου μην τον λησμονάς, πεινάει κι είναι κρίμα». Το δικό σου γιό. Όχι το γιό, όχι την κόρη των Άλλων. Παράφωνα στριγγλίζει στα αυτιά μας η μελωδία.
«Μην πατάς τις κάμπιες παιδάκι μου» αντηχεί η φωνή μιας μάνας, στην αλάνα των γηπέδων μας. Πλανόδιο το Τσίρκο. Πλανιέται ο Στρατής Τσίρκας, ανάγυρω, στην «Χαμένη Πολιτεία». Τούμπα, Αλκαζάρ και Καλογρέζα μου. Εκτέλεση, εν ψυχρώ, στο ένα μέτρο. Στο ένα απόσπασμα. Αυτό που λέει «έστιν ουν τραγωδία, μίμησις πράξεως σπουδαίας και τελείας». Και παύλας.
Γιατί άραγε; Κανένα πρόβλημα ψυχικής υγείας εδώ. Απαράδοτα- στοιχειώδη- μαθήματα σεβασμού και συμπερίληψης στον απέναντι και στη ζωή την ίδια, σε μαθητές- κοπανατζήδες από σπίτια και σχολεία, βαριά μέχρι τα πέντε τους χρόνια, θα επαναλαμβάνει πεισματικά ο John Bowlby.
Καμία ψυχιατρικοποίηση- φτηνή δικαιολογία της βίας. Πάλιωσε το παραμύθι. Πάγωσε η τζιμινιέρα του Κερατσινίου. Πάγωσε το αίμα μας. Πούντιασαν τα μέσα μας.
Γιατί ο άνθρωπος δεν περιλαμβάνεται στο μενού;
«Από όσα έχω μάθει για αυτούς τους ανθρώπους, δεν πιστεύω ότι υπάρχει κάτι βάρβαρο ή πρωτόγονο πάνω τους, παρά μόνο το ότι ονομάζουμε βάρβαρο οτιδήποτε αντιβαίνει στις δικές μας συνήθειες. Θεωρώ πιο βάρβαρο το να τρως έναν άνθρωπο ζωντανό, από το να τον τρως νεκρό» περιγράφει, ήδη το 1851, ο Μονταίνιος, επιχειρώντας να εξηγήσει τα κανιβαλιστικά ήθη και έθιμα των Onabasulu στα δυτικά υψίπεδα της Ν. Γουινέας που μελετά (Ernst TM, 1999).
Μας τα είπε τα Κάλαντα στα δικά μας δυτικά υψίπεδα, πολύ νωρίς για φέτος ο δοκιμιογράφος. Κλειστές πόρτες, μάτια, στόματα και αυτιά εμείς. Δε μας βγαίνουν τα ψιλά, για να ανταποδώσουμε το Θείο Μαντάτο. Ο Άνθρωπος δεν περιλαμβάνεται στο Mενού της Ενσυναίσθησης. Τελεία και παύλα. Και κάτι ψιλά. Η Όλγα που περνάει στα ψ(ι)ηλά (Why Man has been left off the Menu, Australian, 14 Jan 1998).
O ίδιος είναι ακόμα έφηβος 15 χρονών, όταν μπροστά στα μάτια του συντρίβεται η λαϊκή εξέγερση ενάντια στο φόρο του αλατιού, την gabelle, με τόσο κτηνώδη τρόπο, που θα τον μεταμορφώσει σε φορέα αντίθεσης απέναντι σε κάθε βαναυσότητα. Στα καθ’ ημάς σήμερα, πληρώνουμε καθημερινά βαρύ το φόρο του ξυδιού που εξοστρακίζεται τελευταία ολοένα και πιο συχνά. Ούτε καν μπαλσάμικο.
Αλλατίνη με δυο Λ. Όλγα με ένα. Μπισκότα σύν(θλιψης). Τρίμματα αλατιού. «Αλάτι ψιλό, αλάτι χοντρό». Τη μάνα της έχασε, τη μάνα της μωρέ, και πήγε να την βρει. Κι έτσι διέσχισε την πόρτα. Και το Σώμα της. Και έσκισε το Δικό μας.
Φόρο βαρύ σε αλάτι υγρό Μεσολογγίτικο, θα πληρώνουμε στο εξής όλοι μαζί, είτε έχουμε ρέστα είτε κι όχι. Μπαχτσίσι δυσβάσταχτο για όλους τους μπαξέδες που δεν μύρισε, για κάθε ηλιοτρόπιο που μαράθηκε στα χέρια της, για όλες τις αλάνες που δεν πρόλαβε να τρέξει.
Σφαγμένα Σώματα: Φαγητό ή Φαντασία;
Απαραίτητη η γονική συναίνεση. Ακολουθεί περιύβριση νεκρού. Χωρίς δικαίωμα σε έναν ελαχίστως αξιοπρεπή θάνατο. Σφαγή- θάνατος, χειρότερος και από αυτόν τον μοναχικό της πανδημίας.
Ποιόν κλωτσάμε να δούμε αν σπαρταράει ακόμα; Ούτε μαύρες σακούλες σκουπιδιών έξω από την αυλίτσα μας. Ούτε νεκρές, γρουσούζικες μαύρες γάτες. Εκτός αν προσομοιάσει κανείς ένα οκτάχρονο κορμάκι με μια μαύρη σακούλα απορριμμάτων. Ό,τι φαντάζεται ο καθένας. Ό,τι της φανεί της κάθε μιας τυφλότητας.
Σκληρή πανδημία απανθρωπιάς ανορίοτης. (Απ) ανθρωπιάς ξενέρωτης. Γιατί ακόμα και τα απάνθρωπα έχουν φορές-φορές στυλ, τακτ και γεύση. Έστω και πικρή (Butchered Bodies: Food or Fad, New sciences, 26 March, 1987).
O κανιβαλισμός ως πρακτική, καλύπτεται σε μια ευρεία γκάμα ανάλυσης στην ιστορία, τη φιλοσοφία και την ψυχανάλυση. Τον πέμπτο προ Χριστού αιώνα, ο Ηρόδοτος, γράφοντας για την anthropofagi, σημειώνει ότι βρίσκεται κάτω-όχι πάνω- από τα φώτα του ελληνικού πολιτισμού!
Τον 20ο αιώνα, η ψυχανάλυση εισφέρει για πρώτη φορά ότι οι κανιβαλικές εικόνες, δεν είναι τίποτα άλλο παρά προβολές ασυνείδητων επιθυμιών στην παιδική ηλικία.
Στο Κερατσίνι πια δεν έχουμε ζωή.
Τους Λαιστρυγόνες και τους Κύκλωπες να φοβηθείς
Ακόμα πιο πίσω στο χρόνο, πλέει ο μύθος ως εξής: Μέρες ταξίδευε ο Οδυσσέας και το πλήρωμά του. Χρόνια και μέρες ταξιδεύαμε οι Ρομά. Όλοι μαζί, και εγώ και εσύ. Όταν τους είδε ο Δίας, με δυνατό αέρα, τους παρέσυρε στη Θράκη. Στο Κερατσίνι.
Εκεί ζούσαν οι Κίκονες, μαζί με Κύκλωπες και Λαιστρυγόνες, Υπάλληλοι του εργοστασίου της ανθρωποφαγίας. Ήταν άγριοι και μεγαλόσωμοι, περιγράφει ο Όμηρος. Όμως ο Οδυσσέας (όλοι μας) απουσίαζε. Δεν ήταν εκεί να τους πολεμήσει, παίρνοντας από αυτούς φαγητό και γλυκό κρασί.
Λείπαμε. Στις λύπες και τις χαρές μας, απασχολημένοι. Μακριά νυχτωμένοι. Στις δουλίτσες και τις ζωούλες μας, έντιμε κυρ-Παντελή. Και αγρίεψε το νανούρισμα των Άλλων. Των Κυκλώπων στο στραγγαλισμένο προσκέφαλο της Όλγας.
Τους Λωτούς να τους γευτείς
Φρούτα, μας λέει ο Όμηρος που προκαλούσαν «ειρηνική απάθεια». Οι ταξιδιώτες επισκέπτες που δάγκωναν το «μήλο»-λωτό του Αδάμ έχαναν την επιθυμία της επιστροφής στη πατρίδα τους ή τη συνέχιση του ταξιδιού τους. Η οκτάχρονη δάγκωσε το μήλο άλλης απάθειας. Αταραξία εχθρική, είχε πιάσει στασίδι χρόνια, για τα καλά εκεί. Αλήθεια, τι φρούτα παράγει το εργοστάσιο της ντροπής;
Από την εχθρική απάθεια των Κυκλώπων του Κερατσινίου, μέχρι την ειρηνική απάθεια που υπόσχεται το νησί των Λωτοφάγων και οι μαγικοί καρποί του, μια Οδύσσεια δρόμος. Ένα εντατικό Ψυχοεκπαίδευσης στα στοιχειώδη της Φάτνης.
A propos «κύριοι», μεταξύ άλλων Σωμάτων, λερώνετε (όχι δα!) και το σπουδαίο Σώμα της Εργατικής Τάξης. Της πάλης και της βιοπάλης. Ορατών τε πάντων -εργατοωρών, ρατσισμών, αποκλεισμών- και Αοράτων.
«Ξεκουράζονται επιτέλους κουρασμένα άκρα στα κρεβάτια του ασφόδελου». Φόρο ασφόδελο αλμυρό, απαξάπαντες καταθέτουμε τώρα.
Όλγα, με Όμικρον και Λάμδα. Λωτός, με Λάμδα και Ωμέγα. Μέχρι και εφόσον διασχίσουμε την Οδύσσεια- εχθρικοί απαθείς- στο ίδιο έργο θεατές, θα προβάλλεται στις οθόνες του δελτίου των Οκτώ «Κοινωνία ώρα ΩΜΕΓΑ».
Όμικρον, όπως η μετάλλαξη. Όπως η «μεταλλαγμένη» Όλγα. Φάιζερ, ή κάποιος: Πανδημία απανθρωπίας εδώ. Zητείται εμβόλιο ενσυναίσθησης. Επείγον.
Ενθάδε κείται. Σώμα Οκτώ χρονών. Κοινωνία 100. Και βγάλε.
* Κοινωνική Ανθρωπολόγος MSc, Σύμβουλος Ψυχικής Υγείας- Ψυχοθεραπεύτρια ΜSc
Συνεργάτης Α’ Ψυχιατρικής Κλινικής Ιατρικής Σχολής ΕΚΠΑ- Προαγωγή Ψυχικής Υγείας σε Ευπαθείς Πληθυσμούς Περιφέρειας Αττικής
