Ολες οι γιορτές έχουν κάτι το εκβιαστικό. Μια υποχρεωτικότητα που άλλοτε αναφέρεται σε ένα υποχρεωτικό τυπικό και άλλες φορές σε μια περιρρέουσα ατμόσφαιρα, έναν επιβεβλημένο κοινό τρόπο που απαιτεί κοινές συμπεριφορές, στάσεις και αντιδράσεις.
Σε περίπτωση που δεν μπορείς να εναρμονιστείς, νιώθεις περικυκλωμένος, καταδικασμένος, αποσυνάγωγος. Είναι αυτό το συναίσθημα της μοναξιάς που πολλαπλασιάζεται, μια κατοχυρωμένη ελαφρότητα απλωμένη παντού ώστε να ζυγίζει πολύ περισσότερο από όποια ουσία, μια κατοχυρωμένη ευδαιμονία διατυπωμένη πάντοτε ως προστακτική. Και το άτομο περιπλανιέται στους στολισμένους δρόμους και τα στρωμένα τραπέζια, χωρίς χώρο για την πραγματική του κατάσταση, το αληθινό του συναίσθημα, την κυριολεκτική του παρουσία.
Γιατί οι γιορτές είναι κυρίως ένα συναίσθημα προς κατανάλωση. Απομακρυσμένες από τη λαϊκή τους καταγωγή, τη φιλοσοφία των εθίμων όπως προκύπτουν μέσα στα χρόνια, μέσα από τις παραλλαγές ανάλογα με την κοινότητα.
Οι γιορτές είναι λιγότερο χρονολογία και τρόπος και περισσότερο διάθεση. Κουφάρια παραδόσεων πρόχειρα συγκολλημένα με επιβολές ξένων τρόπων και προτύπων, μια χαλαρή θρησκευτικότητα που, ενώ χάνει το στίγμα της, υπάρχει με τρόπο περιορισμένο αλλά ταυτόχρονα φανατικό, επαναλήψεις που έχουν την αρχή και το τέλος τους στην αγορά και την επίδειξη.
Και μαζί, ένα φτηνό συναίσθημα που μοιάζει να το έσκασε από χλιαρές κομεντί της σειράς με κοινότοπα ηθικά επιμύθια και κονσερβοποιημένες ανέξοδες ευχές. Είναι η ηθικολογία του ηθικά θολού, ο ανθρωπισμός του αυτονόητα ανθρώπινου, η ευαισθησία του συναισθηματισμού.
Η πραγματική κοινότητα στις γιορτές απουσιάζει συντριπτικά. Μπορεί να βρίσκεται εκεί αριθμητικά και ως παρουσία, αλλά το στοιχείο αυτό που την ενοποιεί και την κάνει να πράττει με τρόπο τέτοιο ώστε να επιτελεί τον δεσμό της είναι πιο ατροφικό από ποτέ. Και αυτό γιατί οι όροι και οι τρόποι των εορτών δεν προκύπτουν από την ίδια, αλλά επιβάλλονται από ανέξοδα συλλογικά πρότυπα διατυπωμένα μέσα από την αγορά και μέσα από μεγαλομανείς δημάρχους που προσπαθούν να εφεύρουν μια νέα φανταχτερή προσωπίδα ώστε να κρύψουν το φαγωμένο πρόσωπο της δημαρχίας τους.
Η φετινή υποχρεωτικότητα των εορτών είναι διαφορετική. Και αυτό γιατί ο δήμαρχος Αθηνών Κώστας Μπακογιάννης αποφάσισε πως τα Χριστούγεννα πρέπει να αρχίζουν από το ξεκίνημα του Νοέμβρη και να κρατούν περίπου δυο μήνες. «Φέτος τα Χριστούγεννα αρχίζουν πιο νωρίς από ποτέ», ανακοίνωσε στον λογαριασμό του. «Μπήκε και η τελευταία μπάλα στο δέντρο», αναφώνησε λίγες μέρες μετά, με τη μεγαλομανία του ανθρώπου που πιστεύει πως λόγω αξιώματος ή καταγωγής μπορεί να κυριαρχεί επί του συλλογικού μας χρόνου.
Κι εμείς περιπλανιόμαστε σε μια ακόμα ζεστή Αθήνα κοιτώντας αμήχανα τους εκτός τόπου και χρόνου στολισμούς, χωρίς να μπορούμε να συνδεθούμε με αυτό που προσπαθούν να αναδείξουν. Στην πραγματικότητα, βέβαια, δεν πρόκειται για το ημερολογιακό τέντωμα μιας περιόδου αλλά για την επέκταση και την επιβολή ενός συναισθήματος πέρα από τη χρονική του διάρκεια.
Γιατί απ’ όσο φαίνεται ο στόχος του δημάρχου δεν είναι η μεγέθυνση των γιορτών, όσο η επιβολή από τη μία των αγοραστικών αντανακλαστικών και από την άλλη μιας χωρίς πρόσημο θετικής διάθεσης. Με λίγα λόγια, αυτό που διατυπώνουν όλες αυτές οι ασυνάρτητες πρωτοβουλίες δεν είναι τίποτα περισσότερο από ένα κάλεσμα προς αγορά, υπονοώντας κάπου στην έκτακτη επιτάχυνσή τους ένα ενδεχόμενο λοκντάουν την (πραγματική) περίοδο των εορτών.
Και ταυτόχρονα, μια απαίτηση προς ένα μαζικό και συνολικό συναίσθημα. Επιβεβλημένο με πολιτική πρωτοβουλία, διατυπωμένο ως ανερμάτιστη απάντηση απέναντι στην κατάθλιψη, την οργή και την απελπισία που ήδη συσσωρεύονται μετά από δυο χρόνια διακεκομμένων λοκντάουν και κυρίως απέναντι στην αβεβαιότητα που απλώνεται στους μήνες που πλησιάζουν.
Είναι ο εορτασμός ως συναισθηματική καταστολή. Είναι η γκλίτερ χαρά ως επίβλεψη και επιτήρηση. Είναι η μελαγχολία ως ενδεχόμενη απόκλιση από τα καθήκοντα του ορθού πολίτη. Ενα εμβόλιο ληγμένου συναισθήματος στο σώμα μιας κοινωνίας που νοσεί τόσο από ιό όσο κυρίως από εγκληματική κακοδιαχείριση.
Και αυτοί που φέτος στις γιορτές νιώθουν περικυκλωμένοι, καταδικασμένοι, αποσυνάγωγοι δεν είναι κάποιοι μελαγχολικοί ή περίεργοι, αλλά ολόκληρη η κοινωνία.
