ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Δημήτρης Νανούρης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Αναντίρρητα πρόκειται για ολόκληρη ζωή· δώδεκα χρόνια επί δώδεκα ώρες τη μέρα. Με πολλαπλασιαστή μάλιστα την αδρεναλίνη της εύχλοης αίθουσας σύνταξης της «Κυριακάτικης Ελευθεροτυπίας», όπου δαπανήθηκαν με αγαστή και άλλοτε ασύγγνωστη σύμπνοια, δημιουργικότητα, επιτυχίες, ανατάσεις, φωνές, εντάσεις, τσακωμούς, αλλά και άφθονο λυτρωτικό γέλιο. Συμπυκνωμένος χυμός ζωής, αν εννοείτε! Κάπου το 1999 μάθαμε πως κάποιος Σιαφάκας έρχεται με μεταγραφή από τον ΑΝΤ1 για την πριονισμένη συνήθως καρέκλα του αρχισυντάκτη. Δυστρόπησαν μερικοί με την τηλεοπτική προέλευση της επιλογής.

Νομίζοντας πως τα έπεα πτερόεντα στην ελαφρότητα της οθόνης ουδόλως συνάδουν με το βαρύτιμο scripta manent του τυπωμένου χαρτιού, διατύπωναν ανησυχητικές εικασίες περί το ποιόν του νέου μας επικεφαλής. Το σούσουρο διαλύθηκε απότομα με τον ερχομό του Βαγγέλη. Φιλοξενήθηκε αρχικά σε κενό γραφείο της «ύλης», όπου μας υποδεχόταν για να «χτενίσει» τα κείμενα, κατά το δημώδες «ο κιμάς κόπτεται παρουσία του πελάτου». Εριχνε τουλάχιστον δυο δεκαετίες στους περισσότερους, απόσταση που συνένωναν, σαν τοξοτό ηπειρώτικο γιοφύρι, η έμφυτη ευγένεια, το απλόχωρο χαμόγελο και η φυσική του συστολή· ένα αναπάντεχο σάστισμα που τον έκανε ευάλωτο και εξόχως συμπαθή.

Τον χαρακτήριζε επαγγελματική επάρκεια και βαθιά γνώση της γλώσσας· χαρίσματα διόλου αυτονόητα στα υψηλά πόστα των ΜΜΕ. Οταν εγκαταστάθηκε λίγο αργότερα στο γυάλινο κουβούκλιο, είχε προλάβει να γίνει φίλος με όλους μας. Οι ολίγιστες εξαιρέσεις επιβεβαιώνουν, εν προκειμένω, πανηγυρικά τον κανόνα. Ωρες ώρες γινόταν ψυχαναγκαστικός, ιδίως με όσους εκτιμούσε περισσότερο. Αν σ’ έπαιρνε με καλό μάτι, την είχες βάψει. Κάθε τρεις και λίγο σου ζητούσε κάτι έξτρα. Οι αδιάφοροι τη γάζωναν κοτσάνι, αφού ελαχίστως ασχολούνταν μαζί τους.

Ιδιαζόντως ευαίσθητος, με σπάνια ενσυναίσθηση, νοιαζόταν για τους ρεπόρτερ. Αποδείχτηκε αμέσως γεννημένος γαζετατζής· εφημεριδάς κατά το κοινώς λεγόμενο. Δημοσιογράφος παλαιάς και στέρεας κοπής, αντιμετώπιζε με διστακτικότητα τα τολμηρά θέματα. Ορισμένοι ξινίζαμε τα μούτρα. Συχνά όμως οι επιφυλάξεις του ανέκοπταν κάπως την αχαλίνωτη ορμή του συντάκτη και τότε προέκυπταν θαυμαστά αποτελέσματα. Υπήρξε «Ρηγάς» στη Φλωρεντία, όπου σπούδασε Αρχιτεκτονική τα χρόνια της χούντας, κι η ηθική της Αριστεράς τον διέσωσε οπωσούν, όταν τον παρέσυρε το ρεύμα της ελεύθερης ραδιοφωνίας και της ιδιωτικής τηλεόρασης.

Ο δημοσιογραφικός του βίος είχε ξεκινήσει από την «Αυγή». Στην «Ελευθεροτυπία» δεν έγραφε· δεν του ’μενε χρόνος. Τα ελληνικά του έλαμψαν, μολαταύτα, αμέσως μόλις συνταξιοδοτήθηκε, οπότε τύπωσε τον τόμο «Με μια χιλιάρα Καβασάκι» (Πόλις, 2016). Πρόκειται για συλλογή δεκαοκτώ αφηγημάτων που ανασυνθέτουν τις μνήμες της Δικτατορίας και της Μεταπολίτευσης, μέσα απ’ τις περιπλανήσεις μιας παρέας νεαρών απ’ τα Γιάννενα. Ο ακριβός μας Βαγγέλης Σιαφάκας μάς την έκανε ξαφνικά κι είχε πολλά ακόμα να δώσει. Ηταν μεν ψυχαναγκαστικός, αλλά πρωτίστως ψυχούλα· ολόκληρος μια ανοιχτή, ευρύχωρη καρδιά. Ανθρωπος με πεζοκεφαλαία, συμφωνήσαμε όσοι συν-άδελφοι του ’παμε το στερνό αντίο την παραμονή της Πρωτοχρονιάς. Βουβά τα λόγια απέναντι στα σπαράγματα μιας ζωής.