Mέλη της Νομοπαρασκευαστικής Επιτροπής, που επεξεργάστηκαν τις αλλαγές στους Ποινικούς Κώδικες, παραδέχονται -εκ των υστέρων βέβαια- ότι η κυβέρνηση τους χρησιμοποίησε για να νομιμοποιήσει τις αλλαγές που εκείνη ήθελε!
Αν και η ομολογία δεν αλλάζει, δυστυχώς, τον ήδη ψηφισμένο από τη Ν.Δ. νόμο του υπουργείου Δικαιοσύνης, εξηγεί γιατί ο υπουργός Κώστας Τσιάρας δεν κατέθεσε στη Βουλή το πόρισμα της Επιτροπής, παρά τις επανειλημμένες εκκλήσεις της αντιπολίτευσης.
Η παραδοχή μελών της Νομοπαρασκευαστικής Επιτροπής έγινε κατά τη διάρκεια επιστημονικής ημερίδας του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης και μάλιστα από τα πλέον επίσημα χείλη: του προέδρου της Επιτροπής, Λάμπρου Μαργαρίτη, και του μέλους Νίκου Μπιτζιλέκη. Και οι δυο είναι καθηγητές Ποινικού Δικαίου στο ΑΠΘ. Τα σχόλιά τους για τις αλλαγές που επέβαλαν οι «άγνωστοι» επιτελείς του υπουργείου είναι αιχμηρά.
«Ξέρω καλά ποιος νομοθετεί στην Ελλάδα και πάντως δεν νομοθετεί καμία νομοπαρασκευαστική επιτροπή – δυστυχώς και για τις νομοπαρασκευαστικές», ανέφερε χαρακτηριστικά ο Λ. Μαργαρίτης και πρόσθεσε σχετικά με το τελικό νομοσχέδιο που ψηφίστηκε ότι «αν πάρει κανείς το κείμενο που δώσαμε εμείς και αυτό που είναι στη Βουλή, με χειρόγραφα με τη μορφή δήθεν νομοτεχνικών βελτιώσεων που κάποτε δεν έχουν καμία σχέση με νομοτεχνική βελτίωση, είναι κατάργηση ή προσθήκη εδαφίων, διατάξεων κτλ, βλέπεις χειρόγραφο κείμενο. Αυτός είναι ο τρόπος που νομοθετούμε, δυστυχώς».
Σχολιάζοντας, επίσης, συζητήσεις με τον συνάδελφό του, ο πρόεδρος της Νομοπαρασκευαστικής είπε: «Ο Νίκος ο Μπιτζιλέκης νόμιζε ότι ήταν ο νομοθέτης. Του έλεγα συνέχεια: “Αλλοι θα τα κάνουν σμπαράλια παρακάτω”. “Οχι”, έλεγε. Να το!», κατέληξε ο πρόεδρος της Νομοπαρασκευαστικής.
Από την πλευρά του ο Ν. Μπιτζιλέκης ανέφερε: «Εγώ υπήρξα μέλος της επιτροπής που εισηγήθηκε κάποιες αλλαγές, αλλά προφανώς υπήρξε και κάποια άλλη επιτροπή στο υπ. Δικαιοσύνης που πρότεινε το νομοσχέδιο που ψηφίστηκε […] Πράγματι οι αλλαγές οδηγούν στην αυστηροποίηση με σημαντική αύξηση ποινών, παρά την προσπάθεια που είχε ξεκινήσει εδώ και πολλά χρόνια (ήδη επί υπουργίας Παπαληγούρα) για έναν αποπληθωρισμό των ποινών. Είχε από το 2004 επισημανθεί η ανάγκη να πάψει να ισχύει στη χώρα η μεγάλη διαφορά μεταξύ απειλούμενης και εκτιμώμενης τελικά ποινής. Σήμερα έχουμε εδώ οπισθοδρόμηση».
Επισήμανε, δε, και άλλες επιμέρους προβληματικές διατάξεις και σχολίασε: «Το θέμα είναι να μη λένε ότι “οι ειδικοί μάς εισηγήθηκαν αυτά”. Διότι οι ειδικοί δεν εισηγήθηκαν αυτά. Δεν εισηγήθηκαν τις ισόβιες καθείρξεις ως μοναδικές ποινές, ούτε έκαναν τέτοιες προτάσεις. Να αναλάβουν την ευθύνη των προτάσεών τους […] Καμιά φορά μάς χρησιμοποιούν για να καλύψουν με επιστημονικό τρόπο τις προτάσεις τους».
Καταπέλτης ήταν και η εισηγήτρια Ελισάβετ Συμεωνίδου-Καστανίδου και ο καθηγητής Κώστα Κοσμάτος. Η πρώτη μίλησε για την αυστηροποίηση των ποινών, παραθέτοντας στοιχεία από τις άλλες χώρες της Ευρώπης και κλείνοντας σημείωσε: «Αυτά τα γράφει [σ.σ. ο υπουργός] και στο κατατεθειμένο κείμενο ότι “είμαι σύμφωνος με όσα μου εισηγήθηκε η επιτροπή”. Αυτό είναι λάθος πραγματικά. Ή θα ακολουθούν αυτά που τους λένε οι επιτροπές ή ας κάνει ο καθένας ό,τι νομίζει». Ο κ. Κοσμάτος αναφέρθηκε διεξοδικά στην αναστολή, την εναλλακτική έκτιση ποινής και την υφ’ όρον απόλυση.
Εντονη ήταν η αντίδραση του τομεάρχη Δικαιοσύνης του ΣΥΡΙΖΑ, Θεόφιλου Ξανθόπουλου: «Οι αποκαλύψεις αυτές εκθέτουν την κυβέρνηση αλλά και προσωπικά τον υπουργό Δικαιοσύνης, ο οποίος πρώτα εργαλειοποίησε τους επιστήμονες, στη συνέχεια παραπλάνησε την κοινή γνώμη και, στο τέλος, συσκότισε την εικόνα στο Κοινόβούλιο.
Δυστυχώς για τον νομικό μας πολιτισμό, επιβεβαιώνεται πανηγυρικά η θέση μας ότι οι πρόσφατες νομοθετικές παρεμβάσεις στον Ποινικό Κώδικα δεν ήταν αποτέλεσμα επιστημονικής μελέτης, αλλά πολιτικής υποκρισίας, επικοινωνιακής δημαγωγίας και άκρατου ποινικού λαϊκισμού». Το θέμα ανέδειξε και ο Χάρης Καστανίδης, υποψήφιος για την προεδρία του Κινήματος Αλλαγής και πρώην υπουργός Δικαιοσύνης.
