«Δεν μπορείς να σπάσεις αλυσίδες που δεν τις βλέπεις»
(Φραντς Κάφκα)
Αλίμονο στις κοινωνίες που χάνουν τα άμεσα αντανακλαστικά τους. Η κατάκτηση υψηλών στόχων απέχει πολύ, κάποια ριζική μορφή κοινωνικού μετασχηματισμού δεν διαφαίνεται στον ορίζοντα, το να μιλάει κάποιος σήμερα για Επανάσταση τον κάνει τον ίδιο να αμφιβάλλει για το timing μίας τέτοιας αναδίφησης έστω και σε θεωρητικό επίπεδο. Όμως, όταν δολοφονείται σε εντελώς ανύποπτο (για τους αδαείς…) χρόνο ένας 15χρονος από σφαίρες εκπροσώπων του επίσημου κατασταλτικού μηχανισμού, δεν υπάρχει άλλος δρόμος για τα υγιή στοιχεία ενός κοινωνικού σώματος από το να αντιδράσουν. Ακόμα και αν έχουν δίπλα τους και ορισμένα στοιχεία όχι και τόσο «υγιή»…
Και όσον αφορά στα μέσα αντίδρασης; Χωράει βία και, αν ναι, πόση; Αυτά δεν προκαθοριζονται, δεν ακολουθούν ρετσέτες, δεν τα βρίσκεις σε βιβλία, γιατί ανέκαθεν οι εξεγέρσεις είναι ο θρίαμβος του απρόβλεπτου, η απελευθέρωση των ενστίκτων και των συναισθημάτων, η εγκαθίδρυση του αυθορμητισμού στο επίκεντρο της διαμόρφωσης των εξελίξεων. Το ποσοστό βίας που θα χρησιμοποιηθεί κάθε φορά ορίζεται από τις προσλαμβάνουσες που έχουν προηγηθεί.
Νύχτες και μέρες οργής σε διάφορες πόλεις του ελλαδικού χώρου στις τελευταίες ημέρες του 2008, λοιπόν, άσχετα αν δεν μπορούσαμε να συνειδητοποιήσουμε τότε πως βιώναμε το οριστικό τέλος μίας εποχής και το πέρασμα σε μία άλλη. Στην οποία οι ευρύτεροι εξουσιαστικοί σχεδιασμοί θα αποκτούσαν τραχύτητα, επιτακτικότητα και θα έσπαγαν με βάναυσο τρόπο κάθε κοινωνικό συμβόλαιο, είτε αυτό ήταν κίβδηλο, είτε αληθινό και ειλικρινές…
Η παθητικότητα της κυβέρνησης Καραμανλή τον Δεκέμβριο του 2008 ήταν απλά το διάλειμμα πριν την καταιγίδα που ερχόταν, αλλά ποιος να το καταλάβει αυτό τις μέρες των «ξεσαλωμάτων» και της «απόκτησης του ελέγχου» των δρώμενων από το εξεγερτικό ποτάμι… Τότε οι δρώντες δρούσαν και κάποιοι άλλοι σε σκοτεινές αίθουσες υπολόγιζαν, έστηναν και προσδοκούσαν οφέλη.
Οι μέσες συντηρητικές συνειδήσεις αντιδρούν σε κάθε εξεγερτικό σκίρτημα. Και για ιδεολογικούς, και για συναισθηματικούς, και για ψυχολογικούς, και για υλικούς, και για συμφεροντολογικούς λόγους… Για αυτό υπάρχουν αυτοί, αυτά εξάλλου δίνουν νόημα στη ζωή τους σχεδόν με όρους αποκλειστικότητας. Να πασχίζουν, δηλαδή, για τη διατήρηση της κοινωνικής ησυχίας. Όμως, ευτυχώς, η κοινωνία δεν απαρτίζεται μονάχα από τέτοιους. Και σε μία πολιτισμική εντροπία που γεννοβολάει αδικία και εκμετάλλευση είναι μάταιο, έως κάπως γελοίο…, να προσδοκάς σε διαρκείς νηνεμίες. Ακόμα και αν το τρένο φτάσει καθυστερημένο στο σταθμό, κάποια στιγμή θα είναι εκεί…
Από την άλλη, η εξέγερση δεν μπορεί να θεοποιείται. Περισσότερο είναι, κατεμέ που δηλώνω θαυμαστής της Επανάστασης, ένας πολύ καλός μετρητής του επιπέδου της κοινωνικής συνειδητότητας σε κάθε εποχιακή συγκυρία. Γιατί μπορεί ένας Μάης του 1968 να φέρει τον Ντε Γκωλ στην εξουσία, γιατί μπορεί ο Δεκέμβρης του 2008 να φέρει τον Γιώργο Παπανδρέου του «λεφτά υπάρχουν» (αλλά μάλλον τα είχαν μόνο το ΔΝΤ και η Κεντρική Ευρωπαϊκή Τράπεζα…) στην άσκηση των κυβερνητικών καθηκόντων. Όμως, κανένας δεν μπορεί να κρατήσει στη θέση του το καπάκι όταν η κατσαρόλα έχει αρχίσει να βράζει πέρα από ένα συγκεκριμένο σημείο. Πολλά κρίνονται, πάντως, από το ποιος τοποθετεί ύστερα τα πράγματα στη θέση τους. Και την κατσαρόλα και το καπάκι…
Υπάρχουν πολλά για να αντιδράσει κάποιος. Στο σήμερα, δεν γίνεται να μην αντιδρά κάποιος με πολυμορφία πρακτικών στο επιτηδευμένο σαμποτάρισμα του ΕΣΥ, στην παράδοση-ξεπούλημα δημόσιας περιουσίας στην ιδιωτική πρωτοβουλία, στους μισθούς πείνας, στην απλήρωτη εργασία, στην κατάργηση βασικών εργασιακών δικαιωμάτων, στην ανεργία, κοκ… Ξέρω, όμως, πως ο διαρκής χειμώνας δεν μπορεί να δώσει αίφνης τη θέση του σε ένα καλοκαίρι, ούτε καν σύντομο… Μεσολαβεί η άνοιξη… Για αυτό χρειάζεται δουλειά του μυρμηγκιού και σωστή διερεύνηση των όρων κάθε φαινομένου που λαμβάνει χώρα. Ακόμα και ενός εξεγερτικού, στο οποίο εκδηλώνονται διάφορες εκδοχές δραστηριοποιήσεων: από απροκάλυπτα λουμπενίστικες μέχρι ώριμες και πολιτικά προσοδοφόρες, που ρίχνουν σπόρους για μελλοντικές ανατροπές συσχετισμών δύναμης…
Για να ξεφύγουμε από τα σύγχρονα αδιέξοδα, από την απόγνωση, τους πολύμορφους ισοπεδωτισμούς, τη ραγδαία πολιτιστική σήψη, τον διαχυόμενο ανορθολογισμό, τους οικονομικούς εκβιασμούς, την οπισθοχώρηση του βιοτικού επιπέδου, τις ευρύτερες εξαχρειώσεις και εξαθλιώσεις των καιρών μας, χρειάζεται η ριζική αλλαγή των όρων του παιχνιδιού. Αυτός είναι ο στόχος, αυτό είναι το πεπρωμένο (έστω και του φαντασιακού μας…), αυτό είναι το καθήκον της αγωνιζόμενης κοινωνίας. Εκείνου του κομματιού που στο σήμερα λέει όχι, γιατί λέει ναι στη ζωή, στον άνθρωπο, στη δικαιοσύνη, στη μετατροπή της ανθρώπινης προϊστορίας σε πραγματική Ιστορία.
Ο Αλέξης Γρηγορόπουλος δεν θα ξεχαστεί. Γιατί πάντα θα υπάρχουν εκείνοι που θα τον θυμούνται και στο πρόσωπό του θα διακρίνουν κάποια πράγματα. Ικανά να διατηρούν τη φλόγα, έστω και σιγανή, και να αποτελούν τον αστάθμητο εκείνο παράγοντα που θα αυξάνει την εφίδρωση σε εκείνους που οραματίζονται και δουλεύουν με το αζημίωτο για να επιβάλλουν συνθήκες οργουελιανής δυστοπίας… Το κακό για όλους μας είναι πως η ιστορία έχει συχνά, για την ακρίβεια στα ξεχωριστά χωροχρονικά σημεία που η ίδια επιλέγει…, το ρημαδιασμένο χούι να επαναλαμβάνεται. Έτσι, κάθε Κορκονέας περιμένει το «διάδοχό» του για να του παραδώσει τη σκυτάλη…
Όμως, όπως πολύ σωστά είχε πει η Άννα Φρανκ, «δες πώς ένα και μόνο κερί μπορεί να αψηφήσει και να οριοθετήσει το σκοτάδι»… Αυτό το κερί είναι που θέλουν κάποιοι να σβήσουν, αλλά δεν μπορούν: και γιατί δεν ξέρουν πού θα το βρουν, αλλά και γιατί -κυρίως- δεν ξέρουν από κεριά αφού έχουν συνηθίσει αλλιώς…
