Εχω άφθονους φίλους ανεμβολίαστους· επιλογή απολύτως σεβαστή, καίτοι προκαλεί ζωηρές όσο και ατελέσφορες συζητήσεις στις παρέες εσχάτως. Προσωπικά, έσπευσα απ’ τους πρώτους να «τρυπηθώ». Με το κατασυκοφαντημένο σκεύασμα του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης, παρακαλώ – όχι αστεία. Κι αν κάποιος πήγαινε να μου τη βγει με κόκκινο στην ανηφόρα, τον επανέφερα στην κανονικότητα λέγοντας: -«Εχουμε κάνει το Αστρα Ζένεκα, άμα λάχει» και κοκάλωνε το όχημα αυθωρεί, τραβώντας χειρόφρενο εν κινήσει. Επιτρέψτε μου να εκφράσω, παρεμπιπτόντως, οργισμένα παράπονα προς το κονκλάβιο των λοιμωξιολόγων:
Νομίζω πως δεν έχετε το δικαίωμα, κυρίες, κύριοι και μαντάμ, να μοστράρετε την ανέξοδη γαλαντομία σας, μοιράζοντας εκατομμύρια δόσεις του εμβληματικού εμβολίου στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα, και ταυτοχρόνως να αφήνετε ξεκρέμαστη και διψασμένη ολόκληρη την εγχώρια γενιά των 60 έως και 64 ετών, για την οποία το Αστρα αποτελεί πλέον ταυτοτικό στοιχείο, εξαναγκάζοντάς την μάλιστα να υποστεί την τρίτη και φαρμακερή φορά την ταπεινωτική ξενερωσιά –ένεκα RNA– της Φάιζερ και της Μοντέρνα. Εφόσον μας μυήσατε εξαρχής στην ευφορική ανοσία του συγκεκριμένου σκευάσματος, οφείλετε να μας το εξασφαλίσετε για όσες επιπλέον δόσεις χρειαστούν.
Ομολογουμένως δεν πρέπει να έχει ελεγχθεί επαρκώς, καταπώς φαίνεται, σχετικά με την εξαρτησιογόνο δράση του. Επιστρέφω μολαταύτα στους ανεμβολίαστους φίλους μου, οι οποίοι, παρά τους περί του αντιθέτου ισχυρισμούς, διαπνέονται από αμετροβαθή συλλογική συνείδηση. Εκμεταλλευόμενος ένα ευεργετικό υπόλοιπο αδείας, βρέθηκα το προηγούμενο δεκαήμερο στο νησί μου, πολλοί κάτοικοι του οποίου δεν αντιμετώπισαν με σχολαστικότητα τις εκκλήσεις των ειδικών για την αναγκαιότητα του πάνδημου εμβολιασμού κατά της Κόβιντ-19.
Χαλάλισα με ευχαρίστηση ικανό μέρος του χρόνου μου για να πιω κάνα ποτηράκι και να τα πω με κολλητάρια, των οποίων οι επαγγελματικές ασχολίες δεν επιτρέπουν συχνά τετ α τετ το καλοκαίρι. Κατέβηκα με το λεωφορείο στη Χώρα κάποιο ασυννέφιαστο απόγευμα για να διεκπεραιώσω τρέχουσες υποθέσεις και να δω τον Κωστή και τον Νικόλα, που αμφότεροι με περίμεναν στην αφετηρία του ΚΤΕΛ. Με συνόδευσαν στις δουλειές μου, τις οποίες τελείωσα άλλωστε στο φτερό, και τους πρότεινα να ξεκινήσουμε τη βραδιά με καφεδάκι στην παραλία.
Ηταν ανεμβολίαστος ο ένας τους όμως και, παρά τις αφόρητες πιέσεις μας, δεν δεχόταν επ’ ουδενί λόγω να καθίσει ακόμα και σε απομακρυσμένα μαγαζιά που θα ’καναν δίχως άλλο τα στραβά μάτια. -«Δεν θέλω να φάνε πρόστιμο εξαιτίας μου βιοπαλαιστές, που ένας Θεός ξέρει πόσους μήνες πρέπει να δουλεύουν για να το πληρώσουν» εξηγούσε. Τη βγάλαμε έτσι στα παγκάκια, με σουβλάκι, μπιρίτσα και ψιλή κουβεντούλα, ξαναζώντας απρόσμενα μια από ’κείνες τις μαγικές νύχτες της εφηβείας μας. Αντιστοίχως συμπεριφέρονται δεκάδες γνωστοί στην Αθήνα, η πλειονότης των οποίων τυγχάνει άθεη. Κάπως έτσι, το χριστεπώνυμο πλήρωμα δεν θα πάει στην εκκλησία, αν είναι να χρεώσει το ενοριακό ταμείο με 5.000 €. Ή θα εμβολιαστεί ή θα δει τη λειτουργία από την ΕΡΤ. Το ταλιράκι που αφήνει στο παγκάρι δεν φτάνει να πληρώσει τη λέζα.
