Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ως αυτοεκπληρούμενη προφητεία μοιάζουν τα αποτελέσματα της Ετήσιας Εκθεσης για την Ποιότητα της Ανώτατης Εκπαίδευσης για το 2020 που υπέβαλε ο πρόεδρος της Εθνικής Αρχής Ανώτατης Εκπαίδευσης (ΕΘΑΑΕ) Περικλής Μήτκας στη Βουλή και την υπουργό Παιδείας και στην οποία παρουσιάζονται πλήθος παθογενειών: υψηλή ανεργία πτυχιούχων, ολιγάριθμο διδακτικό προσωπικό, χαμηλότερες αποδοχές σε σχέση με τον μέσο όρο των χωρών του ΟΟΣΑ.

Η Ελλάδα βρίσκεται στις τελευταίες θέσεις των χωρών του ΟΟΣΑ τόσο στην απασχόληση των πτυχιούχων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης ηλικίας 25-64 (76%) όσο και των νέων αποφοίτων ηλικίας 25-34 (73%), απέχοντας 12 ποσοστιαίες μονάδες από τον μέσο όρο των χωρών του ΟΟΣΑ. Το 2020 οι απόφοιτοι τριτοβάθμιας εκπαίδευσης αναλογούσαν στο 40,19% του συνόλου των ανέργων της χώρας, ποσοστό αυξημένο σε σχέση με το 38,07%, το οποίο καταγράφηκε την προηγούμενη χρονιά.

Την περίοδο 2016-2020, το ποσοστό των ανέργων πτυχιούχων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης επί του συνόλου των εγγεγραμμένων ανέργων της χώρας παρουσίασε αύξηση κατά 3,31%, από 36,88% το 2016 σε 40,19% το 2020. Σε ό,τι αφορά τις αποδοχές των πτυχιούχων, η Ελλάδα απέχει 16 ποσοστιαίες μονάδες από τον μέσο όρο.

Ωστόσο, η κατοχή μεταπτυχιακού τίτλου σπουδών, σύμφωνα πάντα με την έκθεση, αυξάνει τις πιθανότητες απασχόλησης κατά 7%, σε σύγκριση με τις πιθανότητες των κατόχων πρώτου πτυχίου τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, ενώ η κατοχή διδακτορικού τίτλου κατά 13%. Ομως ακριβώς αυτό το στοιχείο συνιστά ξεκάθαρα τη σταδιακή υποβάθμιση της αξίας του βασικού πανεπιστημιακού πτυχίου, το οποίο, όπως φροντίζει να υπονοήσει η έκθεση, δεν επαρκεί.

Χωρίς καθηγητές

Η έκθεση αναδεικνύει πως το διδακτικό προσωπικό στην Ελλάδα παραμένει το πλέον ολιγάριθμο σε σχέση με τον φοιτητικό πληθυσμό και παρουσιάζει τη δυσμενέστερη αναλογία μεταξύ γυναικών και ανδρών, μεταξύ των χωρών της Ευρώπης και του ΟΟΣΑ. Η Ελλάδα παραμένει η χώρα με τη μεγαλύτερη αναλογία φοιτητών ανά διδάσκοντα, απέχοντας από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο κατά 28 μονάδες.

Αντί βέβαια να υπογραμμιστεί η ανάγκη να αλλάξει αυτή η αναλογία με τις απαραίτητες προσλήψεις διδασκόντων, στην έκθεση διαβάζουμε πως «η αναλογία αποβαίνει δυσμενής λόγω του σχετικά υπεράριθμου φοιτητικού πληθυσμού, ο οποίος περιλαμβάνει τους μη ενεργούς φοιτητές». Υποστηρίζεται πως «ενώ ο φοιτητικός πληθυσμός στην Ελλάδα παραμένει μεταξύ των μεγαλύτερων στις χώρες της Ευρώπης και του ΟΟΣΑ, ο αριθμός των αποφοίτων είναι ο χαμηλότερος».

Σύμφωνα με τους συντάκτες της έκθεσης, «ιδιαίτερα ανησυχητικοί είναι οι δείκτες που σχετίζονται με τον ρυθμό αποφοίτησης και τις δυνατότητες επαγγελματικής αποκατάστασης των πτυχιούχων, που δεν οφείλονται μόνο στην πολυετή οικονομική κρίση αλλά και στις ελλείψεις στον επαγγελματικό προσανατολισμό και στην αποσπασματική σύνδεση των ΑΕΙ με τον παραγωγικό ιστό της χώρας». Σε απόλυτη εναρμόνιση με τις κατευθυντήριες αρχές του ΟΟΣΑ, η έκθεση υποστηρίζει πως «για να μπορέσουν τα ΑΕΙ να βοηθήσουν αποτελεσματικά τους φοιτητές και τους αποφοίτους τους, θα πρέπει να ενισχύσουν την πρακτική άσκηση των φοιτητών και τη σύνδεση των προγραμμάτων σπουδών με την αγορά εργασίας».

Δυσμενής η θέση των γυναικών

Επιπλέον, η θέση των γυναικών πτυχιούχων στην αγορά εργασίας παραμένει διαχρονικά δυσμενής, καθώς το ποσοστό των ανδρών επί των ανέργων πτυχιούχων ΑΕΙ είναι κατά σχεδόν 20 ποσοστιαίες μονάδες μικρότερο από το αντίστοιχο ποσοστό των γυναικών. Σημειώνεται μάλιστα πως η ανεργία πτυχιούχων γυναικών στην Ελλάδα υπερβαίνει αυτή των ανδρών κατά σχεδόν 20 ποσοστιαίες μονάδες.

Στην Ελλάδα οι περισσότεροι φοιτητές επιλέγουν τις επιστήμες της μηχανικής, των κατασκευών και της δόμησης (20,97%) ενώ στη δεύτερη θέση, σε αντίθεση με τον μέσο όρο των χωρών της Ε.Ε., έρχονται οι επιστήμες της διοίκησης επιχειρήσεων και οι νομικές σπουδές (20,66%). Οι τέχνες και οι ανθρωπιστικές επιστήμες (13,25%) αποτελούν την τρίτη επιλογή και ακολουθούν: οι κοινωνικές επιστήμες, η δημοσιογραφία και η πληροφόρηση (12,69%), οι φυσικές επιστήμες, τα μαθηματικά και η στατιστική (9,52%), οι επιστήμες υγείας και κοινωνικής πρόνοιας (7,86%), η εκπαίδευση (4,67%) κ.ά. Η μεγαλύτερη απόκλιση από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο στις ελληνικές προτιμήσεις εντοπίζεται στις επιστήμες υγείας και κοινωνικής πρόνοιας, που βρίσκονται στην 6η θέση στη σειρά προτίμησης των Ελλήνων σε αντίθεση με την 3η θέση στον ευρωπαϊκό μέσο όρο.

Λίστες κατάταξης

Η παρουσία των ελληνικών πανεπιστημίων στις διεθνείς λίστες κατάταξης παραμένει σχετικά σταθερή, παρά τις διακυμάνσεις της θέσης τους μεταξύ των οίκων αξιολόγησης. Το ΕΚΠΑ, το Αριστοτέλειο, το ΕΜΠ και το Πανεπιστήμιο Κρήτης βρίσκονται στις υψηλότερες θέσεις, ωστόσο σημειώνονται αρκετές διακυμάνσεις ως προς τη σειρά κατάταξης ανάλογα με τον οίκο αξιολόγησης.