ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Γιάννης Σβώλος
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Με τρία απανωτά ρεσιτάλ υπερδιάσημων πιανιστών, ομαδοποιημένα υπό τον αγγλόφωνο τίτλο «Piano masters», εγκαινίασε δυναμικά το κρατικό Μέγαρο Μουσικής την καλλιτεχνική περίοδο 2021-22 στα τέλη του Σεπτέμβρη.

Λαμπεροί εκπρόσωποι σαφώς διαφορετικών ηλικιακών γενεών, γνωστοί στο πιστό κοινό του Μεγάρου από την πλούσια δισκογραφία τους και, βεβαίως, από παλαιότερες αθηναϊκές εμφανίσεις τους, ο 49χρονος Ρώσος, παιδί θαύμα περασμένων δεκαετιών Γεβγκένι Κίσιν (24/9), η 34χρονη Γεωργιανή Κάτια Μπουνιατισβίλι (26/9) και ο 62χρονος Γιουγκοσλάβος/Κροάτης Ιβο Πογκορέλιτς (30/9) προσέλκυσαν πολυμελή ακροατήρια.

Αξίζει εδώ να επισημάνουμε ότι στη μεγάλη αίθουσα συνέρρευσαν από πολύ παλαιούς, γνωστούς έως τελείως καινούργιους, ηλικιακά νέους φιλόμουσους. Οι τρεις καλλιτέχνες πρότειναν επιλογές βασικού, ρομαντικού κυρίως ρεπερτορίου: ο Κίσιν ερμήνευσε έργα Μπαχ, Μπετόβεν και Σοπέν, η Μπουνιατισβίλι μια ετερόκλητη ανθολογία αποτελούμενη από εναλλασσόμενα κομμάτια των Σατί, Σοπέν, Μπαχ, Σούμπερτ, Σούμπερτ-Λιστ, Κουπρέν, Μπαχ-Λιστ και Λιστ, ενώ ο Πογκορέλιτς εστίασε αποκλειστικά στον Σοπέν.

Παρακολουθήσαμε τις ερμηνείες των δυο τελευταίων πιανιστών αποκομίζοντας από αυτές αμήχανες εντυπώσεις, κυρίως λόγω της απερίφραστης εκκεντρικότητάς τους. Από την άλλη, βεβαίως, συνειδητοποιεί κανείς ότι στις περιπτώσεις σολίστ τέτοιου διαμετρήματος, προβολής και μακράς παρουσίας, πρέπει να είναι ιδιαίτερα δύσκολο αφενός το να προβάλουν μια δική τους, πειστικά εδραιωμένη και διατυπωμένη ερμηνευτική ιδιοπροσωπία, αφετέρου το να μπορούν να προσεγγίζουν το ίδιο, βασικό –όσο κι αν είναι τεράστιο- ρεπερτόριο αντλώντας από μέσα τους πειστικά ανανεωτικές ερμηνείες που να διαθέτουν ενδιαφέρον και, βεβαίως, να μην είναι ρουτινιάρικες.

Στις 26/9, η Κάτια Μπουνιατισβίλι έπαιξε σε διαρκείς εναλλαγές δώδεκα κομμάτια εκτεινόμενα από το γερμανικό μπαρόκ έως τον 20ό αιώνα αλλά με δεσπόζον κέντρο τον ρομαντικό 19ο: «Γυμνοπαιδία αρ.1» του Σατί, από ένα «Πρελούδιο», «Σκέρτσο» και μία «Πολωνέζα» και «Μαζούρκα» του Σοπέν, την «Αρια στη χορδή σολ» του Μπαχ, έναν «Αυτοσχεδιασμό» του Σούμπερτ, τη «Σερενάτα» του Σούμπερτ σε μεταγραφή Λιστ, «Τα μυστηριώδη οδοφράγματα» του Κουπρέν, ένα «Πρελούδιο & φούγκα» του Μπαχ, την «Παρηγοριά» και την «Ουγγρική ραψωδία αρ.2» του Λιστ.

Οι εκτελέσεις ήχησαν τεχνικά αψεγάδιαστες, δοσμένες με ασύλληπτη, δίχως όρια δεξιοτεχνική δεινότητα και τεχνικό έλεγχο που έκοβαν την ανάσα. Ταυτόχρονα διέπονταν από επίδειξη ενός πνεύματος άκρας εκζήτησης που εκφραζόταν κυρίως μέσα από επιτηδευμένο, τεταμένα μανιερίστικο χειρισμό ταχυτήτων, δυναμικών και άρθρωσης.

Δίχως αυτό να έχει ως αποτέλεσμα ότι το ακρόαμα ήταν παντελώς στερημένο γοητείας και ενδιαφέροντος, όλα παίζονταν στα άκρα: είτε πάρα πολύ απαλά, τρυφερά, αισθησιακά και πάρα πολύ αργά σε βαθμό που λυόταν οι μουσικός ειρμός αποδιοργανώνοντας νοηματικά τις διαλεκτικές στο εσωτερικό της μουσικής γραφής, είτε πάρα πολύ γρήγορα και βάναυσα, βιάζοντας αυτάρεσκα και απερίφραστα την εκδίπλωση της μουσικής, γεγονός που, μοιραία, προσέδιδε στο ακρόαμα μιαν υστερική έως γελοιογραφική νευρικότητα, θυμίζοντας υπόκρουση σε κωμικό κινούμενο σχέδιο….

Στις 30/9 ο Ιβο Πογκορέλιτς πρόσφερε ένα πρόγραμμα αποτελούμενο αποκλειστικά από συνθέσεις του Σοπέν: «Σονάτα αρ.3», «Φαντασία, έργο 49», «Πολωνέζα-Φαντασία, έργο 61» και «Βαρκαρόλα, έργο 60». Αντιμέτωπος με καθαρόαιμα ρομαντικό ρεπερτόριο, πεμπτουσιακή έκφραση του πιο καλλιεργημένου, μύχιου συναισθήματος, ο πιανίστας επέλεξε να διαπλάσει ερμηνείες συγκινησιακά κάπως αποστειρωμένες, αποστασιοποιημένες από το βασικό και αναμενόμενο από κάθε ερμηνεία της μουσικής του Πολωνού συνθέτης.

Πρωτίστως ορθολογικά οργανωμένο, ακριβές και διάφανο, το παίξιμό του φώτισε με μοναδική μαεστρία τη γραφή επιστρατεύοντας τεράστιο φάσμα διαφοροποιήσεων στον χειρισμό της χροιάς του ήχου, της ρευστότητας της φραστικής, των αυξομειώσεων στις δυναμικές και τις ταχύτητες.

Δοσμένο αυστηρά, με πολύ συγκρατημένο συναίσθημα, το αποτέλεσμα διέθετε καθαρότητα στην ανάδειξη του οριζόντιου και κάθετου συντακτικού της μουσικής γραφής, στοχαστικότητα και ευγένεια που, τελικά, παρέπεμπαν στον Μπαχ ή στον Μπετόβεν και όχι στον Σοπέν. Βεβαίως, όπως και στην περίπτωση της Μπουνιατισβίλι, μετά το τέλος του ρεσιτάλ το ακροατήριο ξέσπασε σε ενθουσιώδες χειροκρότημα.