ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Μετά το ξέσπασμα της κοινωνικοοικονομικής κρίσης (2010-18), υπήρξε καθολική παραδοχή των πολιτικών κομμάτων για την ανάγκη αναθεώρησης του μέχρι τότε εφαρμοζόμενου αναπτυξιακού προτύπου και ανασυγκρότησης του εθνικού παραγωγικού μας συστήματος, έτσι ώστε να αποτραπεί μελλοντικά επανάληψη μιας παρόμοιας σε ένταση και διάρκεια καταστροφικής κρίσης. Δεν διευκρινιζόταν όμως με τι όφειλε να αντικατασταθεί το ισχύον αναπτυξιακό πρότυπο και πώς προβλεπόταν να διαμορφωθεί το επιθυμητό σύστημα της εθνικής παραγωγής. Το παραγωγικό σύστημα χαρακτηριζόταν από την κλαδικά αποδιαρθρωμένη (λόγω ουσιαστικής έλλειψης κλάδων παραγωγής επενδυτικών αγαθών), την τεχνικά εξαρτημένη μεταποιητική βιομηχανία (περίπου 12,5% του ΑΕΠ), τη συρρικνωμένη αγροτική παραγωγή (3,5% του ΑΕΠ) και τον υπερτροφικό για το αναπτυξιακό επίπεδο της Ελλάδας τομέα των υπηρεσιών (84% του ΑΕΠ).

Το δε αναπτυξιακό πρότυπο είχε συγκροτηθεί εντός του θεσμικού πλαισίου της ευρωπαϊκής εσωτερικής αγοράς (1992) και της ευρωζώνης (2001), καθώς και τους περιοριστικούς κανόνες του Μάαστριχτ και του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης. Το αναπτυξιακό πρότυπο που εφαρμόστηκε από τις ελληνικές κυβερνήσεις περιορίστηκε σε αξιοποίηση των μεταβιβάσεων των ευρωπαϊκών ταμείων και σε αυξημένο χαμηλότοκο δανεισμό για τη χρηματοδότηση μεγάλων κατασκευαστικών κυρίως έργων βασικής υποδομής. Τα έργα αυτά διευκολύνουν μεν τις παραγωγικές γενικά δραστηριότητες και αυξάνουν, όσο διαρκεί η κατασκευή τους, την απασχόληση και το εισόδημα, δεν παράγουν όμως έκτοτε εμπορεύσιμα προϊόντα.

Η ελληνική κοινωνία αντιμετωπίζει σήμερα πολλά προβλήματα, όπως ανεργία, πελατειακές σχέσεις, διαπλοκή, διαφθορά, γραφειοκρατία κ.λπ. Η αχίλλειος όμως πτέρνα της ελληνικής οικονομίας και βασική γενεσιουργός αιτία των δημοσιονομικών ελλειμμάτων, του υπέρμετρου δανεισμού και του δυσθεώρητου δημόσιου χρέους είναι τα πάγια ετήσια ελλείμματα του εμπορικού ισοζυγίου, που οφείλονται πρωτίστως στην υπανάπτυξη και τη μειωμένης ανταγωνιστικότητας μεταποιητική βιομηχανία. Τα ελλείματα αυτά διατηρήθηκαν καθ’ όλη τη μεταπολεμική περίοδο παρά την αξιοσημείωτη εισροή κεφαλαίων από τη ναυτιλία, τον τουρισμό, τα μεταναστευτικά εμβάσματα, τις άμεσες ξένες επενδύσεις και τα συνεχή δημοσιονομικά και νομισματικά κίνητρα για την τόνωση της βιομηχανικής παραγωγής.

Είναι προφανές ότι αν συνεχίσει να εφαρμόζεται το νεοφιλελεύθερης κοπής αναπτυξιακό πρότυπο με αναλλοίωτη τη δομή του παραγωγικού μας συστήματος, τότε είναι σχεδόν αναπόφευκτο, μετά την επικείμενη εκπνοή της ποσοτικής χαλάρωσης της ΕΚΤ και τη ρήτρα διαφυγής, να οδηγηθεί η ελληνική κοινωνία στα πρόθυρα μιας νέας κοινωνικοοικονομικής δοκιμασίας, όπως ήδη προδικάζουν οι πρόσφατες εξελίξεις του δημοσιονομικού ελλείμματος και του δημόσιου χρέους.

Το ερώτημα είναι αν υπό τις ισχύουσες συμβατικές δεσμεύσεις ενός κράτους-μέλους της Ε.Ε. και της ευρωζώνης μπορεί η Ελλάδα να διαμορφώσει μια εθνική στρατηγική αυτοδύναμης οικονομικής ανάπτυξης, βασισμένης δηλαδή σε επάρκεια ίδιων πόρων, με αναβαθμισμένο τον ρυθμιστικό και παραγωγικό ρόλο του δημόσιου τομέα. Η διαμόρφωση μιας τέτοιας στρατηγικής προϋποθέτει την εμπεριστατωμένη συζήτηση εντός του πολιτικού και επιστημονικού κόσμου και τη συμμετοχή όλων των παραγωγικών δυνάμεων της χώρας με τελικό σκοπό τη σύνταξη ενός μακροπρόθεσμου προγράμματος αυτοδύναμης οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης, στο πλαίσιο του διεθνούς καταμερισμού εργασίας. Η ιδιωτική πρωτοβουλία συνιστά βασικό θεσμό στην όλη αναπτυξιακή διαδικασία, δεν δικαιολογείται όμως η νεοφιλελεύθερη προτροπή να αποτελεί τον αποκλειστικό φορέα αυτής της διαδικασίας. Η ιστορική εμπειρία έχει εξάλλου δείξει ότι οι Ελληνες επιχειρηματίες έχουν αξιοσημείωτες επιτυχίες σε μερικούς επιχειρηματικούς τομείς, όπως π.χ. η υπερπόντια ναυτιλία, δεν κατάφεραν όμως, παρά τη γενναιόδωρη κρατική αρωγή να αναπτύξουν έναν τεχνικά και οργανωτικά σύγχρονο βιομηχανικό τομέα που να εγγυάται την αυτοδύναμη ανάπτυξη της χώρας.

Μία από θεωρητική σκοπιά αξιόλογη συζήτηση με αντικείμενο την εθνική στρατηγική οικονομικής ανάπτυξης πραγματοποιήθηκε στις αρχές της 10ετίας του 1950, με τις αντιτιθέμενες προτάσεις των Δ. Μπάτση και Κ. Βαρβαρέσου και την καταλυτική παρέμβαση της παντοδύναμης τότε αμερικανικής οικονομικής αποστολής. Το ίδιο περίπου συνέβη και κατά την πρώτη περίοδο διακυβέρνησης της χώρας από το ΠΑΣΟΚ του Α. Παπανδρέου (βλέπε διακήρυξη κυβερνητικής πολιτικής και 5ετές αναπτυξιακό πρόγραμμα 1983-87).

Η θέση της σημερινής κυβέρνησης για το επιθυμητό μοντέλο εκφράστηκε ως εξής από τον αρμόδιο υπουργό των Οικονομικών (βλέπε «Εφημερίδα των Συντακτών», 3-4 Ιουλίου 2021): «Χρειαζόμαστε και θέλουμε ένα μοντέλο που οδηγεί στην ταχύτερη και ισχυρότερη ανάκαμψη και μεγέθυνση και σχεδόν αμέσως στην επίτευξη υψηλής διατηρήσιμης έξυπνης και χωρίς αποκλεισμούς ανάπτυξης, στη δημιουργία πολλών και καλών θέσεων απασχόλησης και στην ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής. Ενα σύγχρονο, εξωστρεφές, ανταγωνιστικό, ανθεκτικό, πράσινο, ψηφιακό και κοινωνικά δίκαιο παραγωγικό και αναπτυξιακό μοντέλο, με αύξηση των εξαγωγών και των επενδύσεων – κυρίως μέσω της αξιοποίησης των σύγχρονων τεχνολογιών, της διάδοσης και εφαρμογής της γνώσης, της προώθησης σε σύγχρονες κατευθύνσεις της εκπαίδευσης, της κατάρτισης, της διά βίου μάθησης, της έρευνας και της καινοτομίας. Ενα μοντέλο που θα δημιουργεί συνθήκες ευημερίας για όλους τους πολίτες».

Υπάρχει άραγε Ελληνας πολίτης που να μην ικανοποιείται από ένα τέτοιο αναπτυξιακό μοντέλο;

 * ομότιμος καθηγητής Παν/μίου Πατρών