Η Αθήνα τη δεκαετία του 1920 ήταν η γη της Επαγγελίας για τους «μάγους» και τους «προφήτες». Η πόλη των ακραίων αντιφάσεων, που τα μέγαρα των πλουσίων απείχαν μερικές δεκάδες μέτρα από τα παραπήγματα των προσφύγων, ξέφευγε με ψευδαισθήσεις που προσαρμόζονταν στις ανάγκες του κοινού.
Για την «καλή κοινωνία» οι ψευδαισθήσεις ήταν μέρος της διασκέδασης, ενώ για τη φτωχολογιά και τους εξαθλιωμένους πρόσφυγες λειτουργούσαν σαν «πρόσκαιρη φυγή» από τη ρημαδιασμένη ζωή τους. Αν το καλοσκεφτείς, οι «μάγοι» και «προφήτες» που για τους φτωχούς λειτουργούσαν σαν βαλβίδες αποσυμπίεσης και για τους πλούσιους ως διασκέδαση, επιτελούσαν και πολιτικό έργο. Παραμύθιαζαν τους πολλούς για να μπορούν οι λίγοι, ανενόχλητοι, να ξαφρίζουν τον κόπο τους.
Εχουμε σήμερα «μάγους» και «προφήτες»; Εχουμε. Οι σημερινοί τσαρλατάνοι των ψευδαισθήσεων αποκαλούνται επικοινωνιολόγοι. Θέτουν τις υπηρεσίες τους στη διάθεση των πολιτικών και προσπαθούν να κάνουν τους ανθρώπους να πιστέψουν ότι το στομάχι δεν γουργουρίζει από την πείνα, ότι η αγωνία δεν πηγάζει από τη σκέψη του ανεξόφλητου λογαριασμού, ότι η οργή δεν προέρχεται από την απελπισία που νιώθουν βλέποντας τον δικό τους άνθρωπο να σιγοσβήνει, επειδή οι λίστες αναμονής των χειρουργείων επιμηκύνονται…
Οι σύγχρονοι, όμοια με τους τσαρλατάνους της δεκαετίας του 1920, φροντίζουν να είναι πειστικοί και γι’ αυτό αξιοποιούν στρατιές άριστων επιστημόνων που προσδίδουν στις ψευδαισθήσεις επιστημοσύνη. Οι οικονομολόγοι, για παράδειγμα. Προσθέτουν, αφαιρούν, πολλαπλασιάζουν, διαιρούν, ομαδοποιούν, βγάζουν τετραγωνικές ρίζες, λύνουν διαφορικές εξισώσεις, για να σου «αποδείξουν» ότι στην τσέπη σου έχεις εκατό ευρώ. Η ψευδαίσθηση όμως διαλύεται, όταν βάλεις το χέρι στην τσέπη και πιάσεις το κέρμα των πενήντα λεπτών που πήρες ρέστα από τον περιπτερά.
Τι μου ήλθε και έμπλεξα τη δεκαετία του 1920 με τους «μάγους» και τους «προφήτες», με την ευρωπαϊκή Ελλάδα του 2021 που έχει πρωθυπουργό τον κ. Μητσοτάκη, αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης τον κ. Τσίπρα και διαθέτει επιφανείς οικονομολόγους σπουδαγμένους στα πιο ξακουστά αμερικανικά πανεπιστήμια, όπως τον Αλέξη Πατέλη που σπούδασε οικονομικά στο Πανεπιστήμιο στο Πρίνστον, παινεμένους νομπελίστες, όπως τον Χριστόφορο Πισσαρίδη, και εκατοντάδες ακόμα «αρίστους» που μπερδεύουν τη Δραπετσώνα με τα Χάμπτονς; Η πραγματικότητα.
Διάβασα, για παράδειγμα, ότι το χρέος της γενικής κυβέρνησης σε ονομαστικές τιμές στο τέλος του 2020 έπιασε τα 341 δισ. ευρώ, που αναλογούν στο 206,3% του ΑΕΠ. Διαίρεσα το ποσό με τα 10.500.000 που ζουν σ’ αυτή τη γωνιά του πλανήτη και το πολλαπλασίασα με 4, όσοι δηλαδή είμαστε σ’ αυτό το σπίτι: 129.904 ευρώ. Με έλουσε κρύος ιδρώτας. «Αν τα καλόπαιδα των εισπρακτικών σε “λούζουν” για 500 ευρώ, σκέψου τι πρόκειται να κάνουν οι φρίτσηδες του Βερολίνου», σκέφτηκα και ένιωσα τη γη να φεύγει κάτω από τα πόδια.
Τι απάντησαν οι «σύγχρονοι μάγοι» για υποστηρίξουν τις ψευδαισθήσεις;
«Μην ανησυχείς, το χρέος θα πρέπει να εξοφληθεί ύστερα από έναν αιώνα. Είμαστε καλύτερα από τους άλλους», είπαν οι «άριστοι» που «διαβάζουν» τη γυάλινη σφαίρα.
«Μην ανησυχείς, δεν είμαστε μόνοι. Καταχρεωμένοι είναι και οι Ιταλοί, οι Ισπανοί, οι Πορτογάλοι, ακόμη και οι Γάλλοι. Ηδη, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ξεκίνησε να συζητά να αλλάξει το Σύμφωνο Σταθερότητας και να μην ισχύει το όριο του 60% του ΑΕΠ στο κριτήριο του χρέους», είπαν οι πιο σοβαροί, όντας πτυχιούχοι «ανιχνευτές» του μέλλοντος στα αστέρια και στο φεγγάρι.
Κουβέντες του αέρα: Το χρέος είναι χρέος. Οι φρίτσηδες δεν χαρίζουν ούτε στη μάνα τους. Τους υπόλοιπους καταχρεωμένους τούς είδαμε από το 2010 μέχρι σήμερα. Θα μας πουλήσουν και θα μας πνίξουν.
Τις προάλλες πήγα στο σουπερμάρκετ. Οι λιγοστοί πελάτες με μισοάδεια καρότσια κοίταζαν τα ράφια με τον θαυμασμό που ο επισκέπτης του Λούβρου απολαμβάνει το πορτρέτο της Λίζα Γκεραρντίνι ή της Μόνα Λίζα, όπως το γνωρίζουν οι περισσότεροι. Είχα διαβάσει ένα άρθρο της «Εφημερίδας των Συντακτών» σύμφωνα με το οποίο «το διαθέσιμο εισοδημάτων νοικοκυριών μειώθηκε τον προηγούμενο χρόνο κατά 3,3 δισ. ευρώ και από τα 121,8 δισ. ευρώ έπεσε στα 118,5 δισ. ευρώ και η καταναλωτική δαπάνη κατά 11,1 δισ. ευρώ και έφτασε στα 115,5 δισ. ευρώ από 126,6 δισ. ευρώ» και έτσι ξεγέλασα την απορία.
Κάτι με έτρωγε και όταν γύρισα στο σπίτι άρχισα τους λογαριασμούς: Το διαθέσιμο εισόδημα μειώθηκε στα 118,5 δισ., άρα σε κάθε μια από τις 10.500.000 ψυχές που κατοικούν σ’ αυτή τη χώρα αναλογούν 11.128 ευρώ. «Πώς τα βγάζουν πέρα οι άνθρωποι με 400, 500 άντε και 700 ευρώ τον μήνα;».
Απάντηση δεν πήρα. Εκανα τους ίδιους λογαριασμούς με την καταναλωτική δαπάνη και διαπίστωσα ότι στο «κεφάλι» αναλογούν περί τα 11.000 ευρώ τον χρόνο. Απάντηση δεν πήρα. Και τότε, διαβάζοντας τις πληροφορίες σύμφωνα με τις οποίες «τον Σεπτέμβριο καταγράφηκαν ανατιμήσεις σε 45 κατηγορίες αγαθών, με ποσοστά που φτάνουν έως και το 57%» και ότι έρχεται «νέο κύμα ανατιμήσεων στα ράφια, που θα κορυφωθεί όσο πλησιάζουμε στα Χριστούγεννα», σιγουρεύτηκα πως αυτοί που εξουσιάζουν πιστεύουν ότι είμαστε… χάννοι.
Η πραγματικότητα των «αλχημιστών» μπορεί να είναι χρήσιμη στον υπουργό Ανάπτυξης που λέει ότι «δεν υπάρχει λόγος πανικού για τις ανατιμήσεις» και στον πρωθυπουργό που δηλώνει ότι η κυβέρνησή του «έχει ήδη λάβει μέτρα στήριξης των νοικοκυριών και πρωτοβουλίες απολύτως εναρμονισμένες με την εργαλειοθήκη της Κομισιόν», αλλά καταρρέει όταν βρεθεί κατάφατσα με το άδειο καρότσι, τον ανεξόφλητο λογαριασμό, το απλήρωτο νοίκι, τη δόση που εκκρεμεί.
Η αλήθεια είναι ότι και σ’ εμάς που βιώνουμε την πραγματικότητα, τα ψέματα και οι ανεκπλήρωτες υποσχέσεις μπορεί να αποδειχθούν χρήσιμα. Πώς; Κάθε φορά που μετράτε το ευρώ στο ταμείο του σουπερμάρκετ, κάθε φορά που ανοίγετε με τρόμο τον λογαριασμό της ΔΕΗ, κάθε φορά που κλείνετε το καλοριφέρ για να καθυστερήσετε την παραγγελία πετρελαίου, σκεφτείτε πόσα «θα» ακούσατε τα τελευταία δέκα χρόνια από τους «μάγους» της πολιτικής.
*Δημοσιογράφος, συγγραφέας
