Αν θέλει κάποιος να αντιληφθεί τι σημαίνει υποκρισία δεν έχει παρά να παρακολουθήσει την εξέλιξη του διαλόγου για την κλιματική αλλαγή και τις πολιτικές που εφαρμόζουν οι κυβερνήσεις. Τότε θα αντιληφθεί ότι πίσω από την «ευαισθησία» κρύβεται μια τεράστια αγορά εκατοντάδων τρισεκατομμύριων δολαρίων και ότι η κουβέντα αφορά τον… λογαριασμό.
Σε άρθρο που δημοσίευσαν πριν από τρεις μήνες ο A. Xάινριχ και ο Σ. Oμερ προειδοποίησαν ότι εξαιτίας της κλιματικής αλλαγής οι πανδημίες θα γίνουν όλο και πιο συχνές τον επόμενο αιώνα. Προειδοποιούν μάλιστα ότι οι μελλοντικές πανδημίες -που θα ενισχύονται από την ταχεία αποψίλωση των δασών και την κλιματική αλλαγή- μπορεί να είναι ακόμα χειρότερες. Κάθε μία πανδημία όμως σημαίνει τζίρο εκατοντάδων δισεκατομμυρίων. Πόσα; Πολλά. Μια γεύση δίνει η Παγκόσμια Τράπεζα που με αφορμή τον Coivid-19 ενέκρινε τον Απρίλιο 2020 σχέδια για τη δημιουργία ενός κεφαλαίου 160 δισ. δολαρίων στα οποία θα πρέπει να προστεθούν 50 δισεκατομμύρια δολάρια σε διεθνή αναπτυξιακή χρηματοδότηση. Στον τζίρο της οικονομίας των πανδημιών, θα πρέπει να προστεθεί ο κύκλος εργασιών που προέρχεται από τις ασθένειες που σχετίζονται με την κλιματική αλλαγή (αναπνευστικό, κυκλοφορικό, καρκίνος, μεταδοτικές ασθένειες, ψυχική υγεία κ.ά.). Αν κάνετε την άθροιση, αντιλαμβάνεστε ότι το μέλλον των πολυεθνικών των φαρμάκων λαμπυρίζει σαν τον χρυσό.
Το 2017, τρεις τεράστιες καταιγίδες σφυροκόπησαν τις Ηνωμένες Πολιτείες. Το συνολικό κόστος όλων των καταστροφών που έπληξαν τις ΗΠΑ και σχετίζονται με τον καιρό υπολογίζεται σε 300 δισεκατομμύρια δολάρια. Οι ζημιές των 120-250 δισ. δολαρίων που είχε το Χιούστον από τον τυφώνα «Χάρβεϊ» ανάγκασαν τις αρχές της πόλης να επαναξιολογήσουν τους ταμιευτήρες και τα φράγματα που χτίστηκαν κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1930. Τελικά αποφάσισαν να κάνουν επενδύσεις εκατοντάδων δισεκατομμυρίων σε επιπρόσθετους ταμιευτήρες, προσχώσεις, καθώς και επισκευές και βελτιώσεις φραγμάτων. Η Κίνα, για να αντιμετωπίσει τις πλημμύρες σε μέρη όπως η Σανγκάη, έχει ξεκινήσει μια πρωτοβουλία «πόλεων-σφουγγαριών», με κόστος που υπολογίζεται σε εκατοντάδες δισεκατομμύρια δολάρια. Αυτά τα μεμονωμένα παραδείγματα δείχνουν ότι στις επόμενες δεκαετίες η κλιματική αλλαγή θα ανοίξει μια αγορά εκατοντάδων τρισεκατομμυρίων από την οποία οι τραπεζίτες, οι «επενδυτές» και οι πολυεθνικές των κατασκευών θα αποκομίσουν κέρδη που θα ζήλευε κι ο… Μίδας.
Οι αποδόσεις του καλαμποκιού, της σόγιας και άλλων βασικών καλλιεργειών μειώνονται απότομα όταν οι θερμοκρασίες αυξάνονται και η ποσότητα του νερού μειώνεται. Σήμερα, η θερμότητα και η ξηρασία απειλούν περιοχές που παράγουν μεγάλο μέρος της παγκόσμιας τροφής. Οι τιμές των τροφίμων αναμένεται να αυξηθούν κατά 23% έως το 2030, καθιστώντας τις αγορές τροφίμων περισσότερο ασταθείς, ενώ από την ένταση της θερμότητας το θρεπτικό περιεχόμενο των καλλιεργειών μειώνεται. Οι επενδύσεις προσαρμογής της παραγωγής τροφίμων και μεταφοράς είναι τεράστιες, όπως και τα κέρδη.
Αν συνδυάσει κανείς τα δεδομένα αυτά με τις μετακινήσεις πληθυσμών και τις αλλαγές λόγω της ψηφιοποίησης της οικονομίας, αντιλαμβάνεται ότι η αγορά εργασίας δεν θα μείνει ανεπηρέαστη από την κλιματική αλλαγή. Σύμφωνα με τον Διεθνή Οργανισμό Μετανάστευσης του ΟΗΕ, 200 εκατομμύρια άνθρωποι ίσως χρειαστεί να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους για λόγους που σχετίζονται με το κλίμα έως το 2050. Από την πλευρά της η Παγκόσμια Τράπεζα εκτιμά ότι μέχρι το 2050 θα μπορούσαν να υπάρχουν ένα δισεκατομμύριο πρόσφυγες από την Υποσαχάρια Αφρική, τη Νότια Ασία και τη Λατινική Αμερική.
Και τι κάνουν οι παγκόσμιες ηγεσίες; Υπόσχονται, διασώζουν εταιρείες ορυκτών καυσίμων και εκμεταλλεύονται τους πιο αδύναμους (πολίτες και φτωχές χώρες).
Σύμφωνα με τον Γ. Nόρντχαουζ, νομπελίστα καθηγητή Οικονομικών, το 2019 τα ορυκτά καύσιμα αντιπροσώπευαν το 84% της παγκόσμιας κατανάλωσης πρωτογενούς ενέργειας και στις επόμενες τέσσερις δεκαετίες θα χρειαστούν από 100 έως 300 τρισεκατομμύρια δολάρια νέου κεφαλαίου για να επιτευχθούν μηδενικές καθαρές εκπομπές. Οι πολιτικοί όμως, αντί να πιέσουν τους «ενεργειακούς δικτάτορες», τους «χαϊδεύουν» και όταν χρειαστεί, τους… σώζουν.
Την άνοιξη του 2020 όταν χτύπησε η πανδημία τις ΗΠΑ, οι αγορές χρέους στις οποίες βασίζονταν οι εταιρείες ορυκτών καυσίμων σταμάτησαν να χρηματοδοτούν την πετρελαϊκή βιομηχανία και τη βιομηχανία άνθρακα, η οποία πληττόταν -και- από τη μειωμένη ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας.
Τότε εμφανίστηκε η Fed:
Αγόρασε για πρώτη φορά εταιρικό χρέος και από εταιρείες άνθρακα, πετρελαίου και φυσικού αερίου.
Μείωσε τις πιστωτικές απαιτήσεις που περιόριζαν την αγορά ανεπιθύμητου χρέους (μεγάλο μέρος του χρέους των εταιρειών ορυκτών καυσίμων θεωρείται υψηλού ρίσκου).
Χαλάρωσε τους περιορισμούς, ώστε να μπορούν να εξυπηρετήσουν τα χρέη τους με δάνεια που υποστηρίζονται από την κυβέρνηση.
Η Influence Map, ένα think tank με έδρα το Λονδίνο, αποκάλυψε ότι μόνο ένα από τα πολλά προγράμματα στήριξης των ΗΠΑ κατηύθυνε σχεδόν 100 εκατομμύρια δολάρια σε εταιρείες ορυκτών καυσίμων. Και αυτές για να ανταποδώσουν, σε λιγότερο από έναν χρόνο, βύθισαν τον πλανήτη στη δίνη των ανατιμήσεων, με πρόφαση τις «αόρατες δυνάμεις της αγοράς».
Ανάλογη τακτική ακολουθούν οι πολιτικές ηγεσίες με τις φτωχές χώρες που έχουν τη μικρότερη ευθύνη για τη δημιουργία της κλιματικής κρίσης και περιμένουν από τις πλούσιες χώρες οικονομική βοήθεια για να προσαρμοστούν στις κλιματικές επιπτώσεις (άνοδος της στάθμης της θάλασσας, ξηρασίες κ.ά.) και να επενδύσουν στην καθαρή ενέργεια. Σύμφωνα με την BlackRock, οι αναδυόμενες αγορές θα μπορούσαν να χρειαστούν έως και 1 τρισ. δολάρια ετησίως για να απελευθερώσουν τις οικονομίες τους από τον άνθρακα. Και τι κάνουν οι πλούσιες χώρες; Αυτό που ξέρουν καλύτερα: Δίνουν λιγότερα από αυτά που υπόσχονται, ενίοτε μάλιστα τα… χρεώνουν, αφού η παροχή βοήθειας γίνεται με τη μορφή δανείων.
Στην πραγματικότητα, αυτό που συμβαίνει είναι ένα οικονομικό παιχνίδι εκατοντάδων τρισεκατομμυρίων δολαρίων. Μια «Μονόπολη» που οι κανόνες της συντάσσονται από τους πολιτικούς καθ’ υπόδειξη των πολυεθνικών, των τραπεζιτών, των «επενδυτών» και διαφόρων άλλων «φιλάνθρωπων», «χορηγών»… σύμφωνα με τους οποίους όσοι δεν ανήκουν σε καμία ελίτ θα καταθέτουν -ακόμα και σε είδος- τον οβολό τους για να ζουν αυτοί καλά και οι υπόλοιποι χειρότερα.
*Δημοσιογράφος, συγγραφέας
