Απηυδισμένη από τις αλλεπάλληλες χρεώσεις της Εφορίας, η συνήθης ύποπτη επιστολογράφος μας Μαρία Λιώτη μετατρέπει τον καημό της –που ταυτίζεται με τον δικό μας– σε καυστική σάτιρα και ξαναχτυπά με δύο στιχουργήματα:
ΔΟΣΕΩΝ ΤΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ Τα κρούσματα αυξάνοντα, οι φόροι, οι τιμές/ και του Ρωμιού αυξάνονται οι δύσκολες στιγμές/ προς τούτο οι ειδήμονες με τις πολλές τους γνώσεις/ τα χρέη των αυξήσεων τα ρύθμισαν με δόσεις.// Του φόρου εισοδήματος ήρθανε συστημένες,/ κατόπιν οι του ΕΝΦΙΑ με λύπη φορτωμένες,/ του Φου Που Α αφίχθηκαν σαφώς καρδαμωμένες/ και κάποιες αναδρομικές και καταϊδρωμένες.// Οι δόσεις των εμβόλιων αυξάνονται σε τρεις/ κι αν διατάξει ο ιός θα γίνουν δεκατρείς/ οι οικονομολόγοι μας, σαΐνια και ξεφτέρια,/ θα υποδείξουνε σε μας να πάρουμε τεφτέρια.// Και βερεσέ να παίρνουμε όλα τα αναγκαία/ κι αυτοί να ισχυρίζονται πως όλα είν’ ωραία./ Είν’ απεχθείς κι αβάσταχτες αυτές οι οφειλές,/ Λερναίας Υδρας μοιάζουνε φιδίσιες κεφαλές./ Μόλις εξοφληθεί η μια, ακολουθεί η άλλη/ που αν γενεί εκπρόθεσμη θα είναι πιο μεγάλη./
ΤΟΤΕ ΖΗΤΑΣ ΤΟΝ ΗΡΑΚΛΗ τους άθλους του να κάνει/ κι αυτούς που τις εφάρμοσαν όλους να τους ξεκάνει.// Οσοι δεν έχουν χρήματα να καταβάλλουν φόρους/ τα άρθρα του συντάγματος να δείξουν στους εφόρους./ Το των Ελλήνων Σύνταγμα το λέει ορθά-κοφτά/ «φόρους πληρώνουνε αυτοί που έχουνε λεφτά».// Κι ενώ όλους τους Ελληνες με φόρους τους ζορίζουν/ μες στη Βουλή οι εκπρόσωποι για άσχετα ερίζουν./ Το εκλογικό το σύστημα ν’ αλλάξουν συζητούν/ να ξαναγίνουν βουλευτές τρόπους αναζητούν.// Ανευ ουσίας θέματα σε συζητήσεις βάζουν/ κι ενώ ο κόσμος καίγεται για άλλα αυτοί τυρβάζουν./ Λογικευτείτε αρχηγοί, μη λέτε άρες-μάρες/ βοηθήστε λίγο το λαό, αφήστε τις φανφάρες.// Μειώστε τα χαράτσια του, τις εισφορές, τον ΕΝΦΙΑ του/ να ανασάνει ο Ρωμιός, να ξαναβρεί τα κέφια του./ Αν δεν αλλάξετε μυαλά και κάνετε τα ίδια/ με λόγια πιάτσας θα σας πουν «βρε, άντε στα τσακίδια».
ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΕΝΤΙΜΟΥ ΕΛΛΗΝΑ Θεέ μου, είμ’ ένας Ρωμιός απλός, συνηθισμένος/ στη ζήση μου δεν έβλαψα κανέναν ο καημένος./ Αγάπησα τη χώρα μου, τους κάμπους, τ’ ακρογιάλια/ μέσω ΑΣΕΠ διορίστηκα κι όχι με παρακάλια.// Νομοταγής και συνεπής πάντα στην εργασία μου,/ ποτέ δεν καταχράστηκα εγώ την εξουσία μου./ Τους φόρους και λογαριασμούς πάντοτε εξοφλούσα/ και τις υποχρεώσεις μου ποτέ δεν αμελούσα.// Με τον μισθό που έπαιρνα ζούσα μ’ αξιοπρέπεια/ και συμπεριφερόμουνα πάντοτε με ευπρέπεια./ Ομως, μια μέρα ξαφνικά ήρθαν τα πάνω κάτω/ έμαθα πως πτωχεύσαμε και φθάσαμε στον πάτο.// Μου περιέκοψαν μισθό, μου αύξησαν τους φόρους/ και άρχισα ν’ αντιδικώ σκληρά με τους εφόρους./ Χαράτσια, τέλη, εισφορές, εκτάκτως μου επέβαλαν/ σε δρόμο δύσβατο οφειλών ξυπόλυτο με έβαλαν.// Εγώ που ήμουν συνεπής, σωστός και νοικοκύρης/ κατάντησα ανήμπορος, φτωχός και κακομοίρης./
ΜΟΥ ΜΗΝΥΣΑΝ πως φυλακή θα μπω αν δεν πληρώσω/ και το λευκό μου ποινικό μητρώο θα λερώσω.// Οι κυβερνώντες δήλωσαν πως έχουν το «ανεύθυνο»/ κι εμένα με θεώρησαν για τα δεινά υπεύθυνο./ Ομως, αυτοί τη βούλιαξαν τη χώρα μας στα δάνεια/ και σήμερα επικρατεί το χάος κι η παράνοια.// Δεν τα χειρίστηκαν σωστά τα οικονομικά/ και το ζωνάρι του Ρωμιού δέσαν ασφυκτικά./ Με θέρμη σε παρακαλώ, ουράνιε πατέρα,/ κάνε εσύ το θαύμα σου να δούμε άσπρη μέρα.// Στείλε το Αγιο Πνεύμα σου, λευκή περιστερά,/ πετώντας να ’μπει στη Βουλή, δεξιά κι αριστερά/ να τους φωτίσει όλους μαζί για να ομονοήσουν/ τη χώρα στην ανάκαμψη μπας και την οδηγήσουν./ Την όμορφη, απλή ζωή να μου τη φέρουν πίσω/ για να μπορέσω ο φτωχός και πάλι να ελπίσω.
