ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Μιχάλης Μπαρτσίδης*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Μετά ενάμιση χρόνο πανδημίας και 16.000 νεκρούς στην Ελλάδα, με τη χώρα μας να κατατάσσεται τον Νοέμβριο του 2021 στη δεύτερη χειρότερη θέση σε αναλογία θανάτων ως προς τον πληθυσμό της μεταξύ 30 ευρωπαϊκών χωρών, πρέπει να ξανασκεφτούμε τα αίτια αυτού του καταστροφικού αποτελέσματος και τις πιθανές προτάσεις εξόδου από το αδιέξοδο.

Το αυξανόμενο αίσθημα αποτυχίας στην αντιμετώπιση της πανδημίας στην Ελλάδα –αλλά και γενικότερα στον κόσμο– οφείλεται στην έντονη εργαλειοποίηση του φόβου από την κυβέρνηση και κυρίως από τα ΜΜΕ, τη βιοπολιτική επιτήρηση, την πρόσδεση εκπροσώπων επιστημονικών φορέων στις σκοπιμότητες της πολιτικής διαχείρισης επί ενάμιση χρόνο, την αποδυνάμωση του κράτους και κατά συνέπεια στην έλλειψη εμπιστοσύνης σε αυτό.

Κάθε επίκληση στην ανάγκη αύξησης των δημόσιων δαπανών για την υγεία και την παιδεία εν μέσω πρωτοφανούς ιστορικά πανδημικής συνθήκης πέφτει στο κενό και στιγματίζεται ως δαπανηρό και μεγάλο κράτος. Δεν ιδρώνει το αυτί των κυβερνητικών, οδηγούμενοι στην παθητική και κυνική αποδοχή τόσων νεκρών. Μιλάμε για τη θανατοπολιτική του κράτους.

Αλλά αυτή η –οριακή όντως– πολιτική διαχείριση χωρίς «επιστροφή του κράτους», την ώρα που κατέστη ορατή ως προς τις εμμονικές επιδιώξεις και σκοπούς της, που είναι ιδιωτικοποίηση των πάντων, ήρθε να επισκιαστεί από ένα ασύμμετρο φαινόμενο: την πρωτοφανή έκταση των αντιδράσεων ενός ευρέος μετώπου άρνησης του εμβολιασμού, που στη Βόρεια Ελλάδα φτάνει στον μισό πληθυσμό. Πρόκειται για ένα πολυποίκιλο, ετερογενές και σύνθετο σύνολο αντιδράσεων, ίσως να τολμήσουμε να πούμε ένα οριζόντιο πολιτικά μέτωπο, το οποίο αντιμετωπίστηκε α-νόητα και στιγματιστικά, χωρίς να αναγνωρίζονται τα σύνθετα χαρακτηριστικά του. Αυτά προκύπτουν από τις ευρύτατες επιφυλάξεις στη βιοπολιτική διαχείριση της πανδημίας, την ανασφάλεια από την αποδυνάμωση του κράτους, την αμφισβήτηση της σχέσης επιστημονικής αλήθειας και εξουσίας, παράμετροι που υπερβαίνουν κατά τι την ιστορική αποτυχία του νεοφιλελευθερισμού και αγγίζουν θεμελιώδεις όψεις της ύστερης νεωτερικότητας.

Οταν καθολικές αξίες επιβάλλονται με εργαλειακό τρόπο από το κράτος ως αδιαμφισβήτητες –η δημοκρατία λίγο πριν, η επιστημονική αλήθεια τώρα–, οι αντιδράσεις λαμβάνουν αντισυστημική διάσταση ως ριζική κριτική. Το μέτωπο συγκροτήθηκε καθόσον οι αρχικές αντιδράσεις μπήκαν στο στόχαστρο, με αποτέλεσμα να εξωθηθούν εκτός θεσμών, πολιτικής επικοινωνίας και διαλόγου.

Με άλλα λόγια, έχουμε τη θανατοπολιτική του κράτους, αλλά, από την άλλη, αναδύθηκε μια θανατοπολιτική «από τα κάτω»: οι αρνητές δεν λαμβάνουν καθόλου υπόψη τούς άλλους, τη ζωή των άλλων, παίζουν δε και με τον δικό τους θάνατο. Τι αποτελέσματα έχει αυτό το ισχυρά παγιωμένο σύνολο πεποιθήσεων; Τι σχέση έχει με την υλικότητα της ιδεολογίας, δηλαδή με τη συσχέτιση ιδεών και πρακτικών μέσω κάποιου είδους αξιολόγησης συμφερόντων και αξιών; Εδώ μιλάμε για την απογείωση των πεποιθήσεων πέρα από κάθε πραγματικότητα, αφού δεν καθορίζονται ούτε από την πραγματικότητα της ζωής ούτε πλέον καν από την πραγματικότητα του θανάτου, ούτε από τον θάνατο των άλλων αλλά ούτε καν από τον θάνατο των ίδιων των φορέων τους. Πρόκειται για μια φετιχιστική λειτουργία των ιδεών με πλήρη παραγνώριση των γεγονότων και των δεδομένων, αλλά με ψευδοεπιστημονικό λόγο.

Μαρτυρίες αναφέρουν ότι νοσούντες προσέρχονται στα νοσοκομεία ύστερα από μεγάλη καθυστέρηση, υποδεικνύουν στους γιατρούς την κατάλληλη αγωγή που θα πρέπει να τους χορηγηθεί (την οποία δεν θα παίρνει μόνο ο Τραμπ και οι πλούσιοι) και αρνούνται να διασωληνωθούν ακόμη και όταν φτάσουν προ των πυλών του αγίου Πέτρου. Αν τύχει και καμφθούν επιτέλους, ζητούν στο τηλέφωνο τον γιο και μετά τη συνομιλία τους ξαναγίνονται αδιάλλακτοι στην άρνησή τους για διασωλήνωση, σύμφωνα με τη συγκλονιστική μαρτυρία της διευθύντριας της Α′ ΜΕΘ του Νοσοκομείου Παπανικολάου. Δεν υπάρχει! Κυριολεκτικά τώρα.

Τέτοιες περιπτώσεις αυτονόμησης της ιδεολογίας είναι παρατηρημένο ιστορικά ότι συνοδεύονται από μεγάλη έξαρση της βίας «χωρίς σκοπό» και «χωρίς υποκείμενα». Δεν χρειάζονται παραδείγματα, αρκεί να αναφερθούμε στη γνώριμη ανάδυση του φαινομένου που συγκροτήθηκε στην πολιτική ιδεολογία του θρησκευτικού φονταμενταλισμού.

Πόσο αργά είναι τώρα; Πρόκειται για αδιέξοδο ιστορικό, ιδεολογικό και πολιτικό: δεν υπάρχει διαθέσιμο μοντέλο πολιτικής αντιμετώπισης του χάσματος που δημιουργήθηκε μεταξύ των δυο ετερογενών και ασύμβατων μπλοκ όσον αφορά τον εμβολιασμό, την πανδημία και όχι μόνο. Και οι δυο πιστεύουν ότι οι επιλογές τους θα σώσουν τη ζωή και εκείνες των άλλων θα φέρουν τον θάνατο. Οι βεβαιότητες της φιλελεύθερης Δύσης αναπαράγονται συμμετρικά από τους αρνητές στο αντίθετό τους. Τουλάχιστον, στο σημείο που φτάσαμε, να αποκτήσουμε την επίγνωση ότι δεν αντιμετωπίζεται με την πολιτική όπως την ξέραμε.

Πρέπει να αναδημιουργηθεί μια νέα συνθήκη για να λειτουργήσουν οι συνθήκες της πολιτικής. Προς αυτήν την κατεύθυνση χρειάζονται:

● Μια μεγάλη επιχείρηση επαναλειτουργίας των θεσμών ή επινόησης νέων μορφών θεσμικής διαμεσολάβησης.

● Νέοι χώροι επικοινωνίας και μεταστροφής των παθών, επαναδιαπραγμάτευσης των ρόλων μεταξύ επιστημόνων και πληθυσμού, μεταξύ εξουσίας και επιστημονικών φορέων.

● Περιορισμός του ρόλου του κόμματος-Εκκλησία άμεσα, αν δεν αναλάβει να πρωταγωνιστήσει στη μεταστροφή του μίσους και της θανατοπολιτικής την οποία καλλιέργησε συστηματικά με την προσχηματική χρήση του λόγου περί αγάπης.

● Συνεννόηση των πολιτικών κομμάτων και κοινή καμπάνια.

Είναι πράγματι πολύ αργά, αλλά αν το ξαναπιάσουμε από την αρχή και αλλιώς, ίσως υπάρχει περιθώριο.

*Επιστ. διευθυντής Ινστιτούτου Νίκος Πουλαντζάς