Περισσότεροι από 122 χιλιάδες εργαζόμενοι στην Ελλάδα δεν μπορούν να καλύψουν με τις μισθολογικές αποδοχές τους το κόστος θέρμανσης ενόψει του χειμώνα, για τον οποίο εξίσου παγωμένος θα παραμείνει ο κατώτατος μισθός με μία ευτελή αύξηση 2%, ενώ το ράλι στις τιμές των καυσίμων και της ενέργειας συνεχίζει την ανιούσα.
Πρόκειται για εργαζόμενους οι οποίοι, ενώ είναι στην αγορά εργασίας, δεν έχουν ευκαιρίες να ξεφύγουν από την ακραία φτώχεια και αναγκάζονται μονίμως να επιλέγουν ανάμεσα στην αγορά ειδών διατροφής, τον αναγκαίο ρουχισμό ή τη θέρμανση. Το πρόβλημα καταδεικνύει η Συνομοσπονδία Ευρωπαϊκών Συνδικάτων (ETUC) αναδεικνύοντας την Ελλάδα ανάμεσα στις πέντε χώρες της Ε.Ε. με τα υψηλότερα ποσοστά φτωχών εργαζομένων που δεν αντέχουν το κόστος της θέρμανσης.
Το ποσοστό των εργαζομένων φτωχών στη χώρα ανέρχεται στο 28,7%, ενώ στη δεύτερη θέση έρχεται η Βουλγαρία με 42,8% και στην τρίτη η Λιθουανία με 34,5%.
Δυο χώρες με σαφώς πολύ βαρύτερο χειμώνα που συμπληρώνουν το πάνελ των συνολικά 20 κρατών- μελών, στα οποία οι κατώτατες αποδοχές είναι στα όρια της φτώχειας και οι εργαζόμενοι φτωχοί αποτελούν το 15% του ευρωπαϊκού εργατικού δυναμικού. Ποσοστό που αναλογεί σε 2.713.578 ανθρώπους στην Ευρώπη.
Η Συνομοσπονδία με αφορμή τη φθινοπωρινή ισημερία της 22ας Σεπτεμβρίου συνδέει το κόστος της ενέργειας με την ανάγκη να θεσμοθετηθούν κατώτατοι μισθοί που θα αποτελέσουν το «κατώφλι ευπρέπειας» για την κάλυψη βασικών αναγκών.
«Ηρθε η ώρα για την Ευρώπη να χαράξει μια γραμμή, να διασφαλίσει ότι οι κατώτατοι μισθοί δεν θα αφήνουν ποτέ τους εργαζόμενους να ανησυχούν για την ενεργοποίηση της θέρμανσης και να αυξήσουν τα ποσοστά συλλογικών διαπραγματεύσεων ως τον καλύτερο τρόπο για πραγματικά δίκαιους μισθούς» αναφέρει σχετική ανακοίνωση του ευρωπαϊκού συνδικάτου που υποστηρίζει θερμά το σχέδιο «Οδηγία για τον κατώτατο μισθό στην Ε.Ε.». Ενα σχέδιο που στον πυρήνα του ορίζει ότι οι νόμιμοι κατώτατοι μισθοί πρέπει να εγγυώνται ένα αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης και δεν μπορούν να είναι χαμηλότεροι από το 60% του διάμεσου μισθού και το 50% του μέσου μισθού οποιουδήποτε κράτους-μέλους.
