ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Διανύουμε την τρίτη δεκαετία του εικοστού πρώτου αιώνα και η Ελλάδα και η Τουρκία ως σύγχρονα εθνικά κράτη, αντί να επεξεργαστούν πολιτικές πρακτικές συνύπαρξης και να εκπονήσουν μεθόδους επίλυσης των διαφορών τους, έχουν προσκολληθεί σε παρωχημένα και παλαιολιθικά συστήματα ανακατασκευής της εθνικής ταυτότητας.

Οι ιστορικές εξελίξεις διαγράφονται μοιραίες και για τα δύο εθνικά κράτη, όσο αυτά δεν μπορούν να απεμπλακούν από το εθνικιστικό παρελθόν τους. Υπενθυμίζω ότι η Ελλάδα συγκροτήθηκε ως εθνικό κράτος με τον αγώνα της κατά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και όχι επειδή έκανε πόλεμο με την Τουρκία. Από την άλλη η Τουρκία ιδρύθηκε ως σύγχρονο εθνικό κράτος στο πλαίσιο της λογικής του «Ανατολικού Ζητήματος».

Η εποχή μας, εποχή των μετα-εθνικών συσχετισμών και της παγκοσμιοποίησης, δεν δικαιολογεί εθνικιστικές διαμάχες και πολεμικές συγκρούσεις στο πλαίσιο των γεωστρατηγικών καταγραφών του δέκατου ένατου αιώνα. Αναγνωρίζω πως και στις δύο πολιτικές κοινωνίες, την ελληνική και την τουρκική, η κοινή γνώμη σχετικά με τις ελληνοτουρκικές σχέσεις «κατασκευάζεται» με επιχειρήματα και απόψεις που θεμελιώνονται στη φονταμενταλιστική λογική της παρωχημένης εθνικής ταυτότητας. Αλίμονο όμως εάν η άσκηση εθνικής πολιτικής για την προσέγγιση των δύο λαών και των δύο εθνών εκχωρείται στους κύκλους του εθνικιστικού πατριωτισμού.

Η εποχή του εικοστού πρώτου αιώνα έχει διαμορφώσει τις πραγματολογικές συνθήκες για να επεξεργαστούν Αθήνα και Αγκυρα από κοινού αυτό που στη διεθνή βιβλιογραφία έχει ονομαστεί «πολιτική της Χάγης». Κατά περιεχόμενο αυτή η πολιτική σημαίνει δύο πράγματα: το πρώτο έχει να κάνει με την πολιτική απελευθέρωση και των δύο εθνικών κρατών από την πρακτική του επαναπροσδιορισμού της εθνικιστικής ταυτότητας και το δεύτερο αναφέρεται στην πραγματολογική δυνατότητα που παρέχεται και στις δύο αυτές εθνικές οντότητες να δημιουργήσουν έναν κόσμο συνύπαρξης και πολιτικής επικοινωνίας όχι μόνο κατά το ιστορικό πρότυπο της μεταπολεμικής γερμανο-γαλλικής συνεννόησης, αλλά και σύμφωνα με τις δικές τους διαφωτιστικές και δημιουργικές ιδέες.

Δεν θα ήταν υπερβολή να υποστηρίξει κανείς ότι εάν τελικά οι δύο χώρες, Ελλάδα και Τουρκία, αποφασίσουν να ακολουθήσουν την «πολιτική της Χάγης» τότε θα επανιδρυθούν ως εθνικές οντότητες. Και αυτή η επανίδρυσή τους δεν θα είναι μόνο μια γεωστρατηγική υπόθεση της Ανατολικής Μεσογείου, αλλά ένα διακρατικό και δημοκρατικό συμβάν που θα καθορίσει τις διεθνείς εξελίξεις στο μέλλον.

Θέτω λοιπόν το ερώτημα προς όλους μας: πολιτική ηγεσία, πολίτες, κοινοβουλευτικά κόμματα, κοινωνία των πολιτών. Και το ερώτημα είναι το εξής: γιατί για ακόμη μία φορά εκπονούμε προγράμματα πολεμικών εξοπλισμών για να αντιμετωπιστεί ο «εχθρός» Τουρκία, αντί να επεξεργαστούμε μεθόδους που οδηγούν προς την «πολιτική της Χάγης»; Εγκαταλείψαμε ως Αθήνα την «πολιτική της Χάγης»;

Τελικά όλοι μας διαπιστώνουμε ότι η Ελλάδα και η Τουρκία δεν μπορεί να διεξάγουν μεταξύ τους έναν άγραφο «ψυχρό πόλεμο» στο ιστορικό διηνεκές. Αυτό σημαίνει ότι τα δύο έθνη δεν θα γίνουν ποτέ σύγχρονες οντότητες. Και επιπλέον θα ζουν ως «χώρες-παράσιτα» σε μια παγκόσμια κοινωνία, η οποία αλλάζει ριζικά.

Συνοψίζω τις σκέψεις και τους προβληματισμούς μου ως εξής: η Ελλάδα και η Τουρκία δεν είναι καταδικασμένες να ζουν ως έθνη, ως κράτη, ως κοινωνίες στο πλαίσιο του εθνοτικού εθνικισμού του δέκατου ένατου αιώνα. Εχουν αναλάβει για λογαριασμό των λαών τους και των κοινωνιών τους να ζήσουν ως συλλογικές εθνικές και κρατικές οντότητες στο πλαίσιο της πολιτικής συνύπαρξης και επικοινωνίας. Αυτό τελικά το πλαίσιο εγγυάται η «πολιτική της Χάγης». Το άλλο, το εθνοτικό ψυχροπολεμικό πλαίσιο, μας οδηγεί σε επικίνδυνα μονοπάτια.

*Καθηγητής Πολιτικής Φιλοσοφίας στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης