ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Αρχοντία Κάτσουρα
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Οι πρώτες νότες έπεσαν σαν σφαίρες στα αυτιά της. Πόσο καιρό είχε να ακούσει το τραγούδι αυτό; Και τώρα, μέσα στον αδιάφορο, υποδόρια ενοχλητικό θόρυβο στο βαγόνι του ηλεκτρικού, βράδυ, αργά, στη θολή υγρασία και ζέστη του τελευταίου μήνα του καλοκαιριού, ταράχτηκε.

Ακουγε μουσική στη φορητή συσκευή που ήδη είχε αρχίσει να παλιώνει -μα πόσο γρήγορα παλιώνουν πια τα πράγματα και ξεπερνιούνται… Ετσι, για να αποσυμφορήσει το μυαλό από την ένταση της δουλειάς, από τις λέξεις που έφευγαν κατά εκατοντάδες ή και χιλιάδες από τα δάχτυλά της ένα μήνα τώρα και ήξερε πως δεν θα τελείωναν.

Ως εκείνη τη στιγμή, τα τραγούδια τη νανούριζαν, τη γελούσαν λίγο, αφήνοντας τα λόγια να μπλέξουν με τα όνειρα και να μαλακώσουν τη σκληρή σκοτεινή εικόνα της σήραγγας στην αρχή, τα φώτα των κτιρίων που ο αστιγματισμός της τα διέλυε και τα άπλωνε στο περιβάλλον σαν θολές χρωματιστές γραμμές. Μόνο το φεγγάρι, που άρχιζε πια να αδειάζει, κρατούσε ακέραιο και στιβαρό το σχήμα του.

Ο ρυθμός της ακουστικής κιθάρας, οι παρεμβάσεις της ηλεκτρικής και μια αντρική φωνή να περιγράφει τις τροπικές θάλασσες με τα μάτια των ναυτικών την ξύπνησαν.

Πόσο μακρινά ήταν όλα αυτά… Εδώ, σε μια Αθήνα που το μόνο εξωτικό ήταν κάτι καταταλαίπωροι φοίνικες στην οδό Πανεπιστημίου -αυτήν την εμμονή να γίνουμε κάτι κατά φαντασίαν σπουδαιότερο από αυτό που είμαστε, ποτέ δεν την είχε καταλάβει- και μια ζέστη αλλόκοτη, που κούραζε τους ανθρώπους, τους έκανε να νοσταλγούν χωμάτινους δρόμους, αυλές με γεράνια και γιασεμιά και δέντρα που όλο λιγόστευαν.

Αλλά σε εκείνα τα δυόμισι λεπτά του τραγουδιού υπήρχε ένα ταξίδι στο άγνωστο, στη μυστήρια ζωή ανθρώπων που επέλεξαν -θέλοντας ή μη, από ανάγκη ή φυσική κλίση- τη μοναχική ζωή του ναυτικού, τους εγκλεισμούς για εβδομάδες ή μήνες σε πλοία φαγωμένα από το αλάτι, το νερό και τις κακοκαιρίες.

Και όλα αυτά που για τους πολλούς, τους ανθρώπους της στεριάς, μπορεί να μοιάζουν γοητευτικά, όσο ελκυστικό μπορεί να είναι για κάποιον το ξένο, το περιβαλλόμενο με την αχλή του μυστηρίου, για άλλους είναι τρόπος ζωής, με ό,τι κρύβει αυτός: κινδύνους, σαν τις μπάσες στεριές και το καραντί, αυτό το λίκνισμα του νερού που οι ναυτικοί συνηθίζουν και δεν τους ζαλίζει, αλλά μπορεί εκεί, στα καλά καθούμενα, να βάλει το πλοίο σε μπελάδες.

Σκέφτηκε και τη δική της κίτρινη σημαία, αυτή που έκλεισε ξανά και ξανά τόσα εκατομμύρια ανθρώπους σε σπίτια που επ’ ουδενί δεν μοιάζουν με καράβια, που τίποτα το εξωτικό δεν μπορούν ούτε καν να υπονοήσουν. Το μόνο κοινό με τους ναυτικούς, αυτό το αίσθημα διαρκούς ταλάντευσης από τον φόβο στην ελπίδα και από την ηρεμία στην αναταραχή. Το δικό μας καραντί είναι πιο ύπουλο: δεν ξέρουμε πότε θα τελειώσει, δεν ξέρουμε αν υπάρχει στεριά, κι ας ζαλιστούμε όταν έρθει η ώρα να περπατήσουμε σε στέρεο, ομαλό έδαφος.

Ενα απότομο φρενάρισμα του τρένου και ο στριγκός ήχος που έκαναν οι ράγες από την τριβή συντάραξαν το βαγόνι και τους λίγους επιβάτες που κοιτάχτηκαν μεταξύ τους. Τι είχε συμβεί; Δεν έμαθαν ποτέ. Ενα-δυο λεπτά αργότερα, χωρίς καμία ανακοίνωση, ο συρμός πήρε τον ίδιο δρόμο που κάνει πολλές φορές κάθε μέρα, καρφωμένος στη σιδηροδρομική γραμμή. Κι αυτός με ένα ελαφρύ λίκνισμα αριστερά-δεξιά, αλλά χωρίς ανοιχτό ορίζοντα μπροστά.

Εβαλε το τραγούδι ξανά από την αρχή. Εκείνο το βράδυ προτιμούσε το ταξίδι στις θάλασσες του Νίκου Καββαδία και στις μουσικές του Θάνου Μικρούτσικου.

Οταν αποκοιμήθηκε, ώρες μετά, σχεδόν ξημερώματα, ψιθύριζε στον εαυτό της: «Χρόνια προσμένω να τυλίξεις την μπαρκέτα / χρόνια προσμένω τη στεριά να ζαλιστώ»*.

Αυτό έλεγε μέσα της και το πρωί, την ώρα που ξύπνησε και ενώ ετοίμαζε τον καφέ της.

* «Το καραντί», από το ποίημα του Νίκου Καββαδία (Συλλογή «Πούσι»), σε μουσική Θάνου Μικρούτσικου