Η «γιαννιώτικη» περίοδος του Μίκη Θεοδωράκη (1930-1933) ταυτίζεται με την παρουσία του πατέρα του Γεώργιου στη θέση του αναπληρωτή διοικητή Ηπείρου, μια θέση την οποία τίμησε με ένα πολύ ευρύ πρόγραμμα δημόσιων έργων, κυρίως στη διάνοιξη δρόμων, το οποίο αναγνωρίστηκε από τους Ηπειρώτες. Δεν είναι τυχαία η φωτογράφηση των εγκαινίων του δρόμου Λυκόστομο-Δίκορφο ως πρόσβαση προς το Ζαγόρι, με τη φωτογραφία να περιλαμβάνει και τον μικρό Μιχαήλ (Μίκη) δίπλα στον πατέρα του και ανάμεσα στους εκπροσώπους των τοπικών αρχών.
Επί πολλές δεκαετίες οι Ηπειρώτες θα συνεχίσουν να ζητούν από το κράτος τη διάνοιξη δρόμων για τα εκατοντάδες χωριά τους, ακόμα και όταν τα έβλεπαν να ερημώνουν συνέχεια από τη μετανάστευση και την έλλειψη προοπτικών ή ίσως ακριβώς γι’ αυτό.
Υπήρχε όμως ακόμα ώς τις μέρες μας, ώς τη δεκαετία του ’80 και του ’90, η πεποίθηση ότι το κράτος πρέπει να μεριμνά για τη ζωή των κατοίκων της χώρας, ότι πρέπει να εξασφαλίζει τις βασικές υποδομές που απαιτεί η καλή διαβίωση και η αναπτυξιακή πρόκληση. Και είναι αξιοσημείωτο ότι στην Ηπειρο, όπως και σε άλλες απομακρυσμένες περιφέρειες, υπάρχουν ακόμα αιτήματα για νέους δρόμους και για άλλες βασικές υποδομές.
Μόνο που τώρα το κράτος λείπει. Λείπει συνειδητά. Μέσα σε λίγα χρόνια έχει αποσυρθεί στην ουσία από την οργάνωση και την υλοποίηση μεγάλων έργων υποδομών και έχει αποδώσει τις αρμοδιότητες και τους πόρους στους ιδιώτες, «όπως συμβαίνει σε όλο τον προηγμένο κόσμο» λένε οι ιθύνοντες. Μεγάλοι οδικοί άξονες, ενεργειακές μονάδες και ΑΠΕ, τουριστικές επιχειρήσεις, δράσεις ακόμα και μέσα σε περιοχές Νatura, όλα γίνονται υπόθεση της αγοράς και των επενδυτών με μοναδικό στόχο του κράτους πια να προσελκύσει επενδύσεις, κρατώντας μόνο έναν πολύ γενικό, ρυθμιστικό ρόλο. Δήμοι, Περιφέρειες, φορείς έχουν απλώς γνωμοδοτικό χαρακτήρα.
Είναι άγνωστο πώς θα λειτουργήσει μακροπρόθεσμα αυτό το μοντέλο ανάπτυξης. Οι δεσμοί όμως του κράτους με τις τοπικές κοινωνίες δοκιμάζονται, αν δεν έχουν διαρραγεί.
