Από την έδρα του ΟΗΕ στη Νέα Υόρκη μέχρι το θέρετρο του Σότσι, Μπάιντεν και Πούτιν προειδοποιούν τον Ερντογάν ότι η εξωτερική πολιτική του αποτελεί πλέον αποσταθεροποιητικό παράγοντα για τις περιφερειακές ισορροπίες στην ευρύτερη Μέση Ανατολή.
Ουάσινγκτον και Μόσχα επιθυμούν διακαώς -για διαφορετικούς λόγους η καθεμιά- την αποχώρηση των τουρκικών δυνάμεων από τη Συρία.
Το Κρεμλίνο επείγεται να τεθεί η περιοχή του Ιντλίμπ στη Βορειοδυτική Συρία υπό τον έλεγχο του Ασαντ μετά την αποχώρηση των εκεί τουρκικών στρατευμάτων, μια εξέλιξη που θα σημάνει και το τέλος της δεκαετούς πολεμικής σύγκρουσης στη χώρα.
Οι ΗΠΑ από τη μεριά τους θέλουν να διασφαλίσουν ένα καθεστώς αυτονομίας για τους Κούρδους στη Βορειοανατολική Συρία.
Πρόκειται για τη συνολική διαπραγμάτευση των ισορροπιών της επόμενης μέρας στη Συρία ανάμεσα στη Ρωσία, τις ΗΠΑ και το Ιράν, με την Τουρκία να διεκδικεί δικό της ρόλο προς μεγάλη δυσαρέσκεια και παρενόχληση της Ουάσινγκτον, της Μόσχας, της Τεχεράνης και πρώτα από όλα της Δαμασκού.
Πέρα από την επικοινωνιακή ρητορική με την οποία ο Ερντογάν θα επιχειρήσει να μεγεθύνει τη σημασία της σημερινής συνάντησης στο Σότσι, είναι πλέον πέραν πάσης αμφιβολίας ότι οι σχέσεις του είναι τεταμένες ταυτόχρονα και με τον Λευκό Οίκο και με το Κρεμλίνο.
Την ίδια στιγμή στην πολιτική σκηνή της Τουρκίας παρατηρείται μια πρωτοφανής κινητικότητα προς την κατεύθυνση ενιαίου μετώπου της αντιπολίτευσης απέναντι στον Ερντογάν υπό την ηγεσία του κεμαλικού CHP του Κιλιντσάρογλου.
Η συσπείρωση της αντιπολίτευσης έχει δύο σημεία αναφοράς:
● Πρώτον, την κατάργηση του προεδρικού καθεστώτος και την αποκατάσταση του κοινοβουλευτικού με την επανίδρυση του αξιώματος του πρωθυπουργού.
● Δεύτερον, την αναζήτηση πολιτικής διευθέτησης του Κουρδικού εντός συνόρων με συνομιλητή το κουρδικό κόμμα HDP που βρίσκεται στο στόχαστρο των Ερντογάν και Μπαχτσελί ως πολιτική βιτρίνα του ΡΚΚ.
Πρόκειται για μια διπλή ταυτόχρονη απομόνωση του Ερντογάν εντός και εκτός συνόρων, μια σκληρή πραγματικότητα που τον καθιστά ακόμη πιο απρόβλεπτο στις κινήσεις του.
Αρνούμενος να δει τον Ερντογάν ο Μπάιντεν και υποδεχόμενός τον ο Πούτιν του στέλνουν για διαφορετικούς λόγους το ίδιο μήνυμα, ότι δηλαδή διεκδικεί έναν περιφερειακό ρόλο για τον οποίο δεν υπάρχει χώρος.
