Αύγουστος είναι καλοκαίρι, είναι ραθυμία, είναι μεσημέρια με ανεμιστήρα και μυρωδιά από καρπούζι. Είναι παγωτά και θάλασσα και μετρημένα μπάνια, πρωί-απόγευμα.
Αύγουστος είναι μελτέμι και δροσερά βράδια, μυρωδιά από νυχτολούλουδο και γιασεμί, από βρεγμένο χώμα. Και τις ώρες της μεγάλης ζέστης μυρωδιά από τις συκιές και γλύκα από τους μελένιους καρπούς τους.
Είναι ο «Ζεστός μήνας Αύγουστος» του Καψάσκη και ο «Δεκαπενταύγουστος» του Γιάνναρη. Είναι τα νησιά που γιορτάζουν και τα παιδιά που παίζουν ώς αργά στις αυλές και στις πλατείες.
Αύγουστος είναι η άδεια μεγαλούπολη, με την οδό Σταδίου να γυαλίζει κάτω από τον ήλιο και τα πλατάνια στην Κηφισιά να ξεκουράζουν στον ίσκιο τους εναπομείναντες περιπατητές. Τζιτζίκια, γρύλοι, ξενύχτι σε βεράντες και αμμουδιές. Γαλάζιες ακτές και πράσινα πεύκα.
Ο Αύγουστος είναι έρωτας. Ο Αύγουστος είναι καυτός. Ο Αύγουστος είναι πόλεμος, φωτιά, φρίκη, θάνατος, στάχτη, ρύπανση, μικροσωματίδια, μάσκες, τρόμος, φόβος για το μέλλον.
Δεν θα ξεχάσω ποτέ τον φετινό. Τα μάτια μου -τα μάτια μας- καίνε σαν φωτιά και δεν υπάρχει δάκρυ να τα δροσίσει.
Γέμισαν κόκκινο και πορτοκαλί και κίτρινο και μαύρο και σταχτί. Κραυγές αγωνίας: Βοηθήστε μας! Φλόγες, που καταβρόχθισαν χιλιάδες στρέμματα από ό,τι ομορφότερο είχε να δείξει αυτός ο τόπος. Δέντρα αιωνόβια και μη, ζωοφόρα για τους ανθρώπους και προστάτες άλλων πλασμάτων, χάθηκαν. Μαζί τους χάθηκαν και χιλιάδες ζώα και πουλιά και έντομα και ό,τι άλλο ζούσε μέσα στην καρδιά των δασών αυτών.
Σπίτια κάηκαν, κόποι μιας ζωής έγιναν στάχτη, ζωές έμειναν έρμαιο στη δύναμη τη πυρκαγιάς. Πώς να ξεχάσει κανείς τους ηλικιωμένους που έμειναν νύχτες πάνω σε ένα στρώμα μέσα σε ένα φέρι; Εκείνους που με κίνδυνο της ζωής τους πήραν ένα κλαδί και έσβηναν φωτιές μήπως και περισώσουν τους κόπους μιας ζωής; Δικούς τους και «ξένους». Τους πυροσβέστες χωρίς μέσα και νερό; Εκείνα τα παιδιά που στάθηκαν μπροστά στον Αρμαγεδδώνα και δεν λύγισαν; Που δεν φοβήθηκαν παρότι εγκαταλείφθηκαν στην τύχη τους και βγήκαν μπροστά; Τους άλλους που με έναν σάκο έφυγαν για να σωθούν, πρόσφυγες στον τόπο τους, μη ξέροντας τι θα βρουν όταν γυρίσουν πίσω; Τα παιδιά που μεγάλωναν μέσα στον παράδεισο και θα γυρίσουν σε μια γκρίζα κόλαση; Ολους εκείνους που ό,τι έχτιζαν χρόνια, με υστέρηση, μόχθο, όνειρα, το είδαν να παραδίδεται στις φλόγες. Στάχτες κι αποκαΐδια παντού.
Νιώθω οργή και πόνο και θυμό και θλίψη, κι ας μην είμαι ένας από όλους αυτούς. Αλλά κι ένα κομμάτι δικό μου είναι εκεί. Είναι τα παιδικά καλοκαίρια στην Αιδηψό, οι εκδρομές στη Λίμνη και το μπάνιο στις Ροβιές. Τα ελατοδάση και τα πεύκα, εκείνη η δροσιά ακόμη και τις μέρες του καύσωνα. Οι μυρωδιές από την άγρια ρίγανη, το θυμάρι, το μέλι, τα ξέφωτα και τα ρυάκια. Οι πευκώνες που έφταναν μέχρι τη θάλασσα από το Αιγαίο έως τον Ευβοϊκό. Τα όμορφα χωριά και οι άνθρωποί τους.
Πόσες νύχτες σκέφτομαι ότι θέλω να ξυπνήσω και όλα αυτά να είναι ένα κακό όνειρο. Να ανοίξω την τηλεόραση και να μη δω μπαρουτοκαπνισμένους ανθρώπους. Και να σχεδιάσω μια εκδρομή εκεί που πάντα είναι όμορφα. Στο βουνό, το γεμάτο πεύκα, έλατα, με τα χωριά τα χωμένα στο πράσινο, και ξαφνικά, σε μια στροφή, να τη μπροστά σου η θάλασσα, με αμμουδιές ή βοτσαλωτές παραλίες και κρυστάλλινα νερά. Ολα σε τέλεια ισορροπία.
Τώρα ό,τι έχω είναι η μνήμη τους.
Δεν ξέρω αν θέλω να κλάψω ή να βγάλω μια κραυγή. Για κάθε δέντρο που χάθηκε, για κάθε άνθρωπο που πόνεσε. Γι’ αυτά που χάθηκαν και γι’ αυτά που -φοβάμαι- θα έρθουν. Είναι η Εύβοια, η Ηλεία, η Αρκαδία… Αύριο ποιος ξέρει; Θα κλείσουν αυτές οι πληγές; Δεν έχω δύναμη, ούτε λύση. Μαγικά ραβδιά για να τα αλλάξω δεν υπάρχουν και ο από μηχανής θεός σκηνοθετικό κόλπο είναι.
